"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Posts tagged “painting

Την κραυγή της Γκουέρνικα δεν την ακούει κανείς

Guernica, a painting by Pablo Picasso - 1937

ένα κείμενο του Κωνσταντίνου Αν. Θέμελη

Γκερνίκα* – 75 χρόνια μετά την καταστροφή της

Η Καστίλλη, η Καταλανία, η Γαλικία και η Ναβάρα, είναι οι τέσσερις μεγάλες κοινότητες οι οποίες αποτελούν την Ισπανία. Η Ναβάρα, είναι η χώρα των Βάσκων, και η Γκουέρνικα η ιερή τους πόλη – το σύμβολο των αγώνων για την αυτονομία τους. Κάτω απ΄το ιερό δέντρο της Γκουέρνικα, οι βασιλιάδες της Ισπανίας ορκίζονται κάθε φορά να σέβονται τις fuerross – τις ελευθερίες των βασκικών περιοχών. Η Γκουέρνικα δεν είναι συγκοινωνιακός κόμβος, ούτε βιομηχανικό κέντρο. Δεν είναι ούτε σημείο συγκέντρωσης στρατευμάτων.

Έχει 7000 κατοίκουςπου είναι όλοι τους άμαχος πληθυσμός. Σήμερα είναι 27 Απριλίου 1937. Είναι μια ανοιξιάτικη Δευτέρα. Και η πόλη έχει πανηγύρι.

Ο εμφύλιος πόλεμος έχει αρχίσει εδώ και εννιά μήνες στην Ισπανία αλλά τα μέτωπά του είναι μακριά. Στην Αραγώνα και στη Μαδρίτη – ενώ στις 13 Φεβρουαρίου οι φασίστες του Φράνκο έχουνε μπει στη Μάλαγα. Όλα είναι λαμπερά στην Γκουέρνικα – είναι μεσημέρι. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που πρόκειται να συμβεί σε λίγες ώρες.

Ένα αρρωστημένο μυαλό

“Οι Κόνδορες είναι το καινούργιο βομβαρδιστικό μα. Στη διάθεσή μας. Είναι έτοιμα να κάνουν την πρώτη τους δοκιμή. Όπου αποφασίσετε εσείς”, είπανε οι φασίστες του Χίτλερ στο δικτάτορα της Ισπανίας.

Όμως κανένας κάτοικος της Γκουέρνικα αυτή τη γιορτινή μέρα δεν φαντάστηκε ότι η πόλη τους ήταν η πρώτη που ήρθε για δοκιμή στο αρρωστημένο του μυαλό.

“Στην Γκουέρνικα”, είπε “εκεί δεν υπάρχει κανένας στρατιωτικός στόχος. Βρίσκονται μόνο άμαχοι και είναι σε κατάσταση γιορτής. Έτσι, θα τσακίσω το ηθικό των Βάσκων που θέλουν αυτονομία”.

Το τι συνέβη εκείνη τη Δευτέρα στην Γκουέρνικα έγινε γνωστό στην παγκόσμια κοινή γνώμη χάρη στην παρουσία δύο δημοσιογράφων. Του ανταποκριτή των “Times” του Λονδίνου και του συναδέλφου του, της παρισινής εφημερίδας “Ce Soir”. Στο φύλλο της 29ης Απριλίου των “Times” και της 30ης της “Ce Soir” περιγράφουν και οι δύο τη φρίκη εκείνης της καταστροφής η οποία υπήρξε ο πρώτος βομβαρδισμός άμαχου πληθυσμού στην Ιστορία.

Στα τέλη του Απρίλη, η άνοιξη έχει κατακτήσει την ψυχή των ανθρώπων, έχει επιβάλει το δικό της ρυθμό στο αίμα τους. Ο ήλιος επιβραδύνει την αποχώρησή τουκαι στις πέντε παρά είκοσι, το απόγευμα, είναι αρκετά ψηλά. Σηκώνεις το κεφάλι σου να απολαύσεις το γαλάζιο του ουρανού μέσα στους ήχους της γιορτής.

Τότε ήταν που φάνηκε το πρώτο βομβαρδιστικό. Άφησε τις βόμβες του και έφυγε αμέσως. Πριν προλάβουν να συνέλθουν οι άνθρωποι από τον αιφνιδιασμό – δέκα λεπτά αργότερα –  έξι Junker 52 χτύπησαν το κέντρο της πόλης. Πανικόβλητοι οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν στα υπόγεια, τα πρόχειρα καταφύγια και το βουνό. Αυτούς τους τελευταίους τους ανέλαβαν τα πολυβόλα τους.

Όταν, επιτέλους, τα αεροπλάνα έφυγαν, οι επιζώντες άρχισαν να αναζητούν τραυματίες για να τους προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.

Αλλά τα αεροπλάνα επέστρεψαν για τρίτη φορά, ρίχνοντας εμπρηστικές βόμβες τώρα.

Έξι παρά είκοσι – μια ώρα μετά: η σιωπή σκεπάζει την Γκουέρνικα. Οι άνθρωποι χωρίς να βγάζουν λέξη, βουβοί μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής μοχθούν να περισώσουν ζωές.

Αλλά στα αυτιά του αρρωστημένου μυαλού δεν φτάνει ακόμη η σιωπή που αυτός θα ήθελε να καλύψει την Γκουέρνικα – η σιωπή του νεκροταφείου. Γι’ αυτό και τα βομβαρδιστικά επιστρέφουν.

Η απελπισία είναι τέτοια που κανείς δεν φροντίζει να προφυλαχθεί. Η πόλη καίγεται αλλά τη φωτιά κανείς δεν μπορεί να τη σβήσει – το δίκτυο του νερού έχει διακοπεί. Άλλωστε τα βομβαρδιστικά θα ξανάρθουν. Για πέμπτη φορά μέσα σε τρεις ώρες. Έχει αρχίσει να νυχτώνει και η πόλη που έλαμπε το μεσημέρι, δεν φαίνεται πια στον χάρτη.

Πάνω σ’ αυτόν το χάρτηείανι που κοιτάζει τώρα ένας ζωγράφος στο Παρίσι, και δεν τη βρίσκει. Μόνο ακούει μια ιδιαίτερη σιωπή, που θα του τρυπήσει τα σπλάχνα και λίγες μέρες αργότερα θα βγάλει μια κραυγή.

Ένας ζωγράφος σε κατάσταση αναμονής

Η Διεθνής Ένωση Ζωγραφικής του Παρισιού θα άνοιγε στο τέλος εκείνης της άνοιξης του 1937. Τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση του Φράνκο ανέθεσε στον Πικάσο να ζωγραφίσει έναν πίνακα, ο οποίος θα αποτελούσε τη συμμετοχή της Ισπανίας στην έκθεση.

Ο Πικάσο δέχτηκε. Άρπαξε την ευκαιρία, παρ’ όλο που περνούσε μια ταραγμένη περίοδο της ζωής του. Ήταν 56 χρονών, είχε χωρίσει με τη γυναίκα του, Όλγα Κόκλοβα το 1935, ενώ είχε γεννηθεί η κόρη του Μάγια από το δεσμό του με τη Μαρία Τερέζα Βαλτέρ.

Στη ζωγραφική του, τα τέσσερα τελευταία χρόνια επεξεργάζεται την ιδέα του Μινώταυρου, τον οποίο τον τοποθετεί μέσα στο πλαίσιο μιας μεσογειακής μυθολογίας που θέλει να δημιουργήσει. Μινώταυρος θα είναι ο ίδιος ο Πικάσο.

Ωστόσο δέχτηκε.

Βρήκε το θέμα και τον τίτλο: “Όνειρο και ψεύδος του Φράνκο” και στις 8 Ιανουαρίου έφτιαξε μια σειρά από χαρακτικά που περιγράφουν μια ιστορία. Κεντρική μορφή τους ο Ταύρος. Την ίδια μέρα άρχισε και μια άλλη σειρά από χαρακτικά κάνοντας το πρώτο απ’ αυτά. Την άλλη μέρα έφτιαξε άλλα δύο.

Έπειτα σταμάτησε. Πέρασε ο Ιανουάριος, ο Φεβρουάριος επίσης. Το Μάρτιο και σχεδόν ολόκληρο τον Απρίλιο, ο Πικάσο δεν ξανάπιασε σχεδόν το έργο που του είχανε παραγγείλει. Λε και κάτι περίμενε.

Κι εκείνο ήρθε μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας “Ce Soir”, στις 30 Απριλίου. Κοίταξε στο χάρτη της πατρίδας του και δεν είδε την Γκουέρνικα.

Κι έβγαλε μια κραυγή.

Την πρώτη Μαίου άρχισε να κάνει τις πρώτες σπουδές πάνω στο καινούργιο του θέμα, τα πρώτα σχέδια. Η συμμετοχή της Ισπανίας στη Διεθνή Έκθεση θα ήταν αυτή: ένας μποξέρ με ολοκαίνουργια γάντια χτυπάει ένα παιδί.

“Όταν τα πράγματα φτάνουν ως εδώ, τα καλλιτεχνικά κίνητρα που χρειάζομαι για να ζωγραφίσω μπορούν να περιμένουν. Προέχει η ηθική”.

Το βαθύ τραγούδι του Πικάσο

Συνέχισε τις σπουδές του θέματός του ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο. Στη σπουδή 15, που έγινε στις 9 Μαίου, φαίνεται πως είχε τοποθετήσει ήδη τα δύο ζώα, τον ταύρο και το άλογο ως κεντρικά στην αναπαράσταση που ετοιμάζει. Τα δύο αυτά ζώα – που είναι τα πιο οικεία στην Ισπανία – και η μεταξύ τους σχέση θα παραμείνουν παρ’ όλα όσα θα αλλάξουν στη πορεία.

Από τις σπουδές του πέρασε σ’ ένα τεράστιο σχέδιο φτιαγμένο με πινέλο. Στις φωτογραφίες που έβγαλε η Ντόρα Μάαρ στη διάρκεια της δουλειάς του ως εκείνη τη στιγμή, μπορεί να δει κανείς πως ο Πικάσο σκόπευε να περιλάβει στη σύνθεση του πίνακα μια υψωμένη γροθιά. Αργότερα την αφαίρεσε. Στο τελικό έργο δεν υπάρχει.

Κι έτσι, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης μέσα του, ο πίνακας ενσάρκωσε αυτό που βγήκε από τα σπλάχνα του Πικάσο όταν είδε τον μποξέρ να χτυπάει ένα παιδί: την κραυγή του.

Κοιτάξτε τη γιγάντια τοιχογραφία. Η κραυγή βγαίνει απ’ όλες τις μορφές της. Εκτός από τον Ταύρο.

Είναι η ίδια κραυγή που βγαίνει με τους ήχους του Cante Jondo που είναι το βαθύ χαμόγελο της Ανδαλουσάς. Ο Πικάσο ήταν Ανδαλουσιανός, γεννήθηκε στη Μάλαγα. Όλες οι μορφές θρηνούν μέσα στην απελπισία. Μόνο ο Ταύρος, παγερός, αποστρέφει το πρόσωπο του απ’ αυτές. Κοιτάζει έξω από τον πίνακα. Εκεί που βρίσκονται τα αεροπλάνα.

Η κραυγή βγαίνει απ’ όλες τις μορφές της, και λέει: “Στερείστε Ηθικής”.

Απευθύνεται σε όλους όσοι είναι έξω από την τοιχογραφία. Δηλαδή σε εμάς.

κείμενο του Κωνσταντίνου Αν. Θέμελη

* Στην Εουσκέρα, τη γλώσσα των Βάσκων, η προφορά της λέξης Γκουέρνικα είναι “Γκερνίκα”.


Έπιπλα: ένα κρεβάτι φτάνει

"Οι περισσότεροι άνθρωποι πιάνονται από τα πράγματά τους σαν ναυαγοί.
Δε τα κατέχουν - κατέχονται απ' αυτά.
Αλλά όταν το κρεβάτι σου έχει φθαρεί, ίσως η ντιβανοκασέλα να' ναι μια κάποια ευεργεσία."
- ένα κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ -

Francis Bacon in his apartment

Ο Francis Bacon στο άδειο του διαμέρισμα. Ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες, ένα τραπέζι, γυμνοί γλόμποι. 
Η προσήλωσή του στα στοιχειώδη της ζωής (δημιουργία, σεξ, αλητεία...) δεν του άφηνε περιθώριο να ψωνίζει έπιπλα.

Λένε ότι το shopping θεραπεύει τη μελαγχολία. Το δοκίμασα προχθές. Ήταν απόγευμα – το βράδυ έπεφτε στη Σταδίου. Μπήκα σ’ ένα μαγαζί σαν υπνωτισμένος κι αγόρασα ένα βίντεο. Πήρα το πιο ακριβό, γιατί είχα πολύ πράμα ν’ αποσβέσω. “Τύλιξέ μου το”, ειπα στον πωλητή. “Θέλω να το πάω με τα πόδια”.

Όταν βγήκα ξανά στην Κλαυθμώνος, τα πρώτα άστρα σκέπαζαν τους ανθρώπους – στις στάσεις, στι βιτρίνες, του φωτισμένους δρόμους…

Στάθηκα στο φανάρι με το κουτί παραμάσχαλα και ξαφνικά δεν είχα διάθεση να περάσω απέναντι. Το shopping με πρόδιδε.

Κι όμως (λίγα χρόνια πριν) έπαιρνα χαρά όταν αποκτούσα ή έκλεβα κάτι. Ένιωθα ασφάλεια μέσα στα κεκτημένα μου. Μπορεί, μικρός, να έβρισκα ακατανόητη τη μανία της μάνας μου να κλειδώνει στο άβατο της σαλοτραπεζαρίας όλα μικροαστικά της status symbols (σερβίτσια, χαλιά, έπιπλα) ή να έβρισκα μίζερο τον αγώνα του πατέρα μου να αγοράσει ένα καλύτερο αμάξι. Έλεγα ότι τα πράγματα αξίζουν για να τα χρησιμοποιείς, να τα τσακίζεις – αλλά γνώρισα κι εγώ την επιδεικτική τους γλύκα και κυρίως την καθησυχαστική τους δύναμη μέσα σ’ ένα δωμάτιο που το χτυπάνε σαν καταιγίδα οι ανασφάλειες. Οι δίσκοι ΜΟΥ, τα γκάτζετ ΜΟΥ, οι μηχανές ΜΟΥ – ήταν πάντα εκεί όταν κάποιος με πρόδιδε και με αγκάλιαζαν με τα αισθηματοποιημένα τσίπς τους. Τα πράγματά ΜΟΥ ήταν η επιθετική βιτρίνα μου – φθονούσα, βλέπετε, τα βόρεια παιδιά με τα cabrio και τα υπερλουσάτα studio στο Κολωνάκι, έδινα μισό μισθό για μια νύχτα στο Hotel des Palmes, ήμουν γνήσιο παιδί αυτής της μοντέρνας υπεκφυγής που με τη συσσώρευση κεκτημένων προσπαθεί να ξεχάσει ότι τα πράγματα που τον καίνε δεν μπορεί να τα κατέχει και ότι όσα κι αν μαζέψει, δε θα τα πάρει μαζί του.

Η τάση αυτή, που έπαθε παροξυσμό στα eighties, σιγοκαίει ακόμα σαν πτοημένος πόθος σε κάθε μικροαστικό νοικοκυριό. Είναι μια τάση που την υποδαυλίζουν όλα τα lifestyle του πλανήτη, ικανοποιούν όλες οι αγορές, στηρίζουν όλες οι κυβερνήσεις – είναι ο σκληρός πηρήνας της αγοράς, το νόημα του Δυτικού Κόσμου, ο λόγος για τον οποίο ζουν οι άνθρωποι μετά τα τριάντα: η κατοχή αγαθών.

Εγώ, όμως, μετά τα τριάντα απώλεσα όλες σχεδόν τις ψευδαισθήσεις για την ιδιοκτησία. Συμπτωματικά, αυτό έγινε και τάση της νέας εποχής. Ακούω για ομάδες νέων παιδιών, παράξενες cults της Ευρώπης, που απαρνούνται την “αρρώστια του πολιτισμού”, παίρνουν ξανά τους δρόμους με τα υπάρχοντά τους σε ένα σάκο, ζουν σε κοινόβια στα λιβάδια της Σκωτίας ή σε κατειλημμένα σπίτια στο Camden – νέοι Κυνικοί που περιφρονούν το χρήμα και τον επιπλωμένο κόσμο: Crusties, νεο-μπίτνικς, new age travellers, κυβερνοχίπις, νεο-μποέμ, νομάδες της νέας εποχής…

Sexually charged' by Francis Bacon: οne of the most ‘seductive’ female potraits ever produced

Τους συμπαθώ, αλλά δεν ανήκω σ’ αυτούς. Εγώ δεν υποδύομαι το πετεινό του ουρανού, ελπίζοντας ότι θα με επιπλώσει ο Κύριος. Ζω σε άδεια δωμάτια όχι απο μια (όντως trendy) ‘κριτική του καταναλωτισμού”, αλλά από την προσωρινή, ελπίζω, καθήλωσή μου στους θησαυρούς που είχα κι έχασα. Τους έρωτες μου, τα είκοσι μου χρόνια και δύο τρία πρόσωπα που αγάπησα και πέθαναν. Αυτά θα ήθελα να ΚΑΤΕΧΩ. Ένα στρατό από σκιές και αισθήσεις. Ένα βίντεο στο DNA μου που να προβάλλει επαναληπτικά μέσα μου τη σκηνή που αγαπηθήκαμε με πάθος, την εικόνα του νέου σώματός μου, το χαμόγελο του παππού μου που σιγά σιγά αρχίζω και ξεχνάω. Δεν το ελέγχω, αλλά όταν βρέχει τις νύχτες του χειμώνα, αισθάνομαι ένα αίσθημα ΟΡΙΣΤΙΚΟ όταν, κουκουλωμένος στο κρεβάτι, σκέφτομαι τον παγωμένο αέρα στον τάφο του, το νερό που στάζει από το μαύρο πεύκο, τον ήχο της στάλας στον σταυρό – κι άλλες φορές, μου είναι αβάσταχτο το φιάσκο του σώματός μου, τα μάτια που ωχραίνουν, το δέρμα που μαζεύεται, το γυμνό μου κρανίο. Αλλά εκείνο που με πτοεί πιο πολύ απ’ όλα είναι ο μαρσμός του έρωτα (του κάθε έρωτα) που τον πίστευα αιώνιο (και που για μια στιγμή όντως τον κατείχα), η σκόνη που κολλάει στα δάχτυλα και μου υπενθυμίζει πως ό,τι κατέχεται δεν μπορεί να κατέχει κι ό,τι πεθαίνει δεν μπορεί να’ χει καμιά χρονική αξίωση κι ό,τι φθείρεται δεν μπορεί να κάνει την ομορφιά δική του – παρά μόνο την προσκυνάει, σαν συντετριμένος πιστός

Φαντάζομαι, βέβαια, πως κι εγώ κάπoια στιγμή θα ωριμάσω – σαν τους ευδαίμονες συνοδοιπόρους μου. Θα ξεφύγω από τον πρωκτικό στάδιο και θα παρηγορηθώ στο τιμόνι κάποιου δεκαεξαβάλβιδου. Αυτό άλλωστε είναι η ωριμότητα: να ξεχνάς τον ίλιγγο ενός φιλιού, ναρκωμένος από το τριπ της κοινωνικής δύναμης. Να βολεύεσαι με γκάτζετ και τίτλους ιδιοκτησίας (και να καμαρώνεις από πάνω) έχοντας “λησμονήσει” ότι είσαι ένα ασήμαντο κλάσμα στην άλγεβρα του θανάτου ή ότι η δόξα της ζωής σου (ο έρωτας, η νεότητα…) ήταν η λάμψη μιας χημείας που δεν έλεγχες.

Μακάρι να συμβεί! Πάντα το επιθυμούσα ν’ ανήκω στο στρατό κατοχής – να είμαι ένας μεθυσμένος γιάπης του Ρομέο, να λιώνω με Κυριαζή και Κούκα, σχεδιάζοντας την επόμενη επένδυση! Να ζω μια ζωή ημια-συνείδητη, κάτω από βουνά επίπλων και γλυκές υπεκφυγές – και το βράδυ να θερμαίνω τον έρωτας της γυναίκας μου με την υπόσχεση μιας γούνας. Αν δεν μπορείς να εφευρίσκεις ψευδαισθήσεις (φτηνές ή μεγαλειώδεις, – αδιάφορο) τότε είναι αδύνατον να ζήσεις αυτό το περίττωμα που είναι η ζωή. Υπό αυτή την έννοια, οι ευδαιμονιστές μου βάζουν τα γυαλιά. Τους ζηλεύω. Ο ωμός ρομαντισμός, τι παραπάνω μου προσφέρει εκτός από το να με κάνει λιώμα;

Κάνω λοιπόν προπόνηση στην ιδιοκτησία αγαθών, χαϊδεύω το πολυτελές κουτί και διασχίζω τη Σταδίου, σαν να’ ταν η Αχερουσία. Ο αέρας του φθινοπώρου μου θυμίζει τις ζεστές θάλασσες του νησιού, μια ξαφνική καλοσύνη με πιάνει – κάτι παιδιά σκύβουν σε μια βιτρίνα και διαβάζουν φωναχτά τιμές.

Το ίδιο βράδυ συνδέω τα καλώδια και μπαίνω επιτέλους στην επικράτεια των σκιών. Αν όχι σύντομα, σε λίγα χρόνια θα είμαι κι εγώ μια από αυτές.

Κλείνω τα μάτια.

Three Studies of Figures in Beds, 1972, Francis Bacon


Niko Pirosmani

ნიკო ფიროსმანი

Σκαλίζοντας συρτάρια που έχεις καιρό να ανοίξεις, ενδέχεται να βρεθείς καμιά φορά μπροστά σε εκπλήξεις. Έτσι και εγώ χθες. Ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά βρήκα ένα χαρτονόμισμα που είχε έρθει στα χέρια μου πριν απο 3-4 χρόνια.

Το σήκωσα και το κράτησα για λίγη ώρα κοιτώντας την μορφή που απεικονίζεται στο χαρτονόμισμα, του Νικολά Πιροσμάνι, του λαϊκού ήρωα της Γεωργίας, του “εθνικού” ζωγράφου της χώρας του.

Ο Πιροσμάνι, για μένα, είναι ο Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) της Γεωργίας. Η εποχή που έζησαν , το είδος της ναϊφ ζωγραφικής που υπηρέτησαν όσο και η φτωχή και δύσκολη ζωή τους  έχουν εκπληκτικές ομοιότητες.

Η γιορτή - πίνακας του Νικό Πιροσβίλι

Η γιορτή - πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

Ο Πιροσμάνι γεννήθηκε το 1862 στο  Mirzaani της επαρχίας Καχέτι και ο Θεόφιλος το 1868 στη Βαρειά της Λέσβου . Κοινά σημεία των 2 ζωγράφων είναι ότι υπήρξαν αυτοδίδακτοι, ήταν πάντοτε πολύ φτωχοί, έκαναν άσχετες και περιστασιακές εργασίες για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, ποτέ δεν αποτέλεσαν μέρος κανενός καλλιτεχνικού κύκλου. Περιφέρονταν από μέρος σε μέρος και ζωγράφιζαν, μεταξύ άλλων εργασιών, αντί πινακίου φακής, ήταν σε πλήρη ανυποληψία σε όποιον κοινωνικό περίγυρο και αν βρέθηκαν.

Προς το τέλος της ζωή τους μόνο άγγιξαν την αναγνώριση, αλλά ο χρόνος δεν ήταν γενναιόδωρος μαζί τους.

Ο  Θεόφιλος λίγα χρόνια πριν το θάνατό του έγινε γνωστός σε κάποιους κύκλους , εξ’ αιτίας Γιώργου Γουναρόπουλου και του Στρατή Ελευθεριάδη. Αλλά ήταν πια αργά, ο Θεόφιλος πέθανε σε ηλικία 66 ετών το 1934.

Ο Πιροσμάνι αντίθετα, πέθανε πολύ νεώτερος, στα 46, το 1918. Πέντε χρόνια πριν, το 1913,  ο Ilia Zdanevich στέλνει ενθουσιώδη κριτική στη εφημερίδα “Zakavkazskaia Rech'” και σχεδόν την ίδια εποχή η ρωσική εφημερίδα “Moskovskaia Gazeta” δημοσιεύει εντυπωσιακή κριτική για αυτόν. Δύο χρόνια πριν τον θάνατό του προσκλήθηκε στην Society of Georgian Painters .

Wedding in the Old-Time Georgia. 1916. Oil on oilcloth. State Art Museum of Georgia, Tbilisi,Georgia.

Όταν όμως, το ίδιο έτος (1916) θα ζωγραφίσει και θα παρουσιάσει τον πίνακα “Wedding in the Old-Time Georgia”, ένα μέλος της Society of Georgian Painters θα δημοσιοποιήσει μια ταπεινωτική καρικατούρα για αυτό το έργο, και έτσι θα διακόψει πρόωρα τον δρόμο της αναγνώρισης του έργου του Πιροσμάνι.

Πέθανε το 1918. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε φτωχός, ένα πλάσμα της περίστασης, περιφερόταν από μέρος σε μέρος, ζώντας στους δρόμους και ζωγραφίζοντας.

Actress Margarita / girl with flower by Niko Pirosmani

Ελληνίδα χορεύτρια με ντέφι, του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

Οι Γεωργιανοί μνημονεύουν και τιμούν τον Νίκο Πιροσμάνι για το πάθος που είχε για την ζωή:  του άρεσε πολύ η παρέα με τους φίλους του, η μουσική, το καλό φαγητό και το κρασί . Αντιπροσωπεύει για αυτούς τον καθημερινό, χωρίς προσχήματα, φτωχό αλλά εμπνευσμένο άνθρωπο, που η αγάπη του για τους συνανθρώπους του είναι ανιδιοτελής, καθαρή και ανεπηρέαστη από τον τρόπο ζωής του.

Και ακόμα περισσότερο, η λατρεία τους για τον Πιροσμάνι προέρχεται κυρίως από ένα καθοριστικό για τη ζωή του και την υπόσταση του συμβάν: αγάπησε παράφορα μια γαλλίδα αρτίστα, την ηθοποιό Μαργαρίτα. Ο έρωτάς του δεν βρήκε ποτέ ανταπόκριση, όμως για αυτόν υπήρξε το τελευταίο σύνορο προς την γνώση: σύμφωνα με την παράδοση πούλησε το σπίτι του και με τα χρήματα αυτά  έστειλε έξω από το σπίτι της Μαργαρίτας άμαξες γεμάτες λουλούδια, μένοντας την ίδια στιγμή, με αυτό τον τρόπο,  χωρίς χρήματα και άστεγος.

Η ζωή του Νίκο Πιροσμάνι αποτελεί μια διαρκή πράξη ελευθερίας. Ελευθερίας με οποιοδήποτε τίμημα

Giraffe. Oil on oilcloth. State Art Museum of Georgia, Tbilisi, Georgia.