"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Posts tagged “Μουσείο

Αθήνα, χειροποίητη πόλη – Άγονες Διαδρομές

Άγονες Διαδρομές

Κυκλοφορούσα στο πηχτό αέρα

κι όπως όλοι οι κάτοικοι,

περίμενα το μυθικό Βορέα,

άρπαγα, άλλοτε των κοριτσιών της Αττικής, και σωτήρα, σήμερα, της πόλης.

Πιθανόν να μην αργούσε…

Αν πέρναμε στα σοβαρά τα μετεωρολογικά δελτία

θα φυσούσε σύντομα ορμητικός.

Θα έπαιρνε τα παλιόχαρτα στους δρόμους

και τα καπέλα θα έφευγαν από τη θέση τους

μαζί με τις κλούβιες σκέψεις

που ταλαιπωρούσαν καθημερινά τους διαβάτες.

Θα ήταν ένα πρωϊνό δίχως χνούδια,

μια μέρα από εκείνες

πλυμένες δέκα χέρια, που η Αττική αστράφτει ως πέρα.

Αναζήτησα και πάλι μια λύση

για την αναπνοή.

Πέρασα από τον Εθνικό Κήπο – ήταν πάντα στη θέση του.

Της Αθήνας της είναι δύσκολο να ξαποστάσεις εκεί που

της θυμίζουν απόμαχους, ανθρώπους κουρασμένους

που εξορίστηκαν στις πρασινάδες.

Τα παρτέρια με τα ντελικάτα φυτά,

τα λυγερόκορμα άλση,

είναι καλά για πολιτείες που ασθμαίνουν.

Η Αθήνα βαριανασαίνει κι αυτή.

Πιστεύει όμως πως αυτό οφείλεται

αποκλειστικά στη προσπάθειά της

στους μυώνες της

που κουβαλάνε τσιμέντα από το πρωί

ως το βράδυ.

Φιλοπρόοδη η πόλη

θέλει να κινηθεί προς τα εμπρός.

Δε νοιάζεται για το πως και πότε

και μέχρι να επιχειρήσει το μεγάλο άλμα

ξοδεύει οπουδήποτε την ενέργειά της.

Οι κάτοικοί της δεν εργάζονται πολύ

και δεν αναπαύονται αρκετά

η λύση του παράδοξου

βρίσκεται στην απουσία της άνεσης.

Πως, λοιπόν, να τους χαρίσει

λίγο χώρο και λίγο χρόνο

στην απερίσπαστη ανάπαυση;

Σε αυτή τη Σισσύφεια πόλη

δε θα παραδεχόταν κανείς

πως υπάρχουν κι άγονες διαδρομές.

Ο λόφος του Αρδηττού

σκούρος πράσινος αντίκρυ

στο κατάχλωμο άγαλμα του Βύρωνος.

Το μαρμάρινο σύμπλεγμα

υπενθυμίζει πόσο κοστίζουν οι περιπλανήσεις

σε ένα τόπο που δε σ’ αφήνει να τον δεις

από απόσταση

και σε τραβάει επίμονα κοντά του.

Ένας ποιητής

ήρθε και κόλλησε σε μια χώρα

που δεν την γνώριζε

και πέθανε όταν άρχισε να τη μαθαίνει.

Έχει το κεφάλι στραμμένο και τη κοιτάζει

κι εκείνη στοργικά από πάνω

κάνει τους ντόπιους να ζηλεύουν:

σκέφτονται αν θα’ χουν κι αυτοί

την ίδια μεταχείριση.

Πλησιάζω τους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Όσο κι αν φαίνεται ειρωνικό

η πόλη προβάλλει αυτά που απέχουν αιώνες

από τα τρέχοντα.

Κάποιες ασήκωτες μέρες

οι κάτοικοι βλέπουν τα αρχαία της ερείπια

να εγείρονται από την πασίγνωστη θέση τους

με μια ακτινοβολία ασυνήθιστη.

Το διαμελισμένο παρελθόν

γίνεται και πάλι ενεργό

μόνο γιατί ανήκει πάντα στη πόλη

όσο κι αν αυτή το παράβλεψε.

Οι στύλοι διασώζονται

και κάποια μέρα οι σχοινοβάτες κάτοικοι

θα προσέξουν πόσο σταθεροί είναι.

Γλύτωσαν από τις λαίλαπες του καιρού,

μπορεί να είναι επομένως τα φόβητρα

που διώχνουν τα σύννεφα

από τον Αττικό ουρανό.

Ή και να τους ανατέθηκε να δείξουν,

σαν φυσικά φαινόμενα πια,

τη στάση άμυνας κατά της μικρότητας.

Η Πύλη του Αδριανού προβάλλει

κι αυτή μια παρόμοια παθητική αντίσταση.

Είναι πάντα στο μέρος που ήτανε,

απόμακρη,

χωρίς να την τιμά ή να τιμά

κανέναν.

Ένα είδος τρύπας που δεν οδηγεί πουθενά.

Εισχωρώ στα σοκάκια της Πλάκας.

Διαπιστώνω πως η συνοικία στην οποία βρέθηκα

δεν είναι και τόσο θερμή με τους φιλοξενούμενους της.

Από το πολύ που τη κοιτάζουν

σκληρύνθηκε

και φανέρωσε τα ίχνη της κόπωσης

από την οποία υποφέρουν

οι μοναδικότητες.

Είναι ο πυρήνας μιας πόλης που άλλαξε

και κλείνει μέσα του όλα τα συστατικά της,

τα διατηρεί,

και πρέπει να τα παρουσιάσει σε κάθε επισκέπτη

με χαμόγελο.

Αυτό, βέβαια, είναι ένα εξοντωτικό καθήκον…

Θαμπά φανάρια στις γωνίες,

μια πόρτα σφραγιστή

απ’ όπου ξεχείλισε κάποτε

το Νέο Κύμα

και δίπλα τα σκαλοπάτια

από στεγούς.

Οι επισκέπτες ζητούν από τη συνοικία

να τους παραχωρήσει περισσότερο χώρο,

οι ταβερνιάρηδες τη πιέζουν,

οι δήμαρχοι ταλαντεύονται

και η πόλη έξω

αδημονεί να προχωρήσει

ακόμα πιο μέσα

και να σκαρφαλώσει, αν είναι δυνατόν,

ως πάνω, στην Ακρόπολη.

Από ψηλά το Ερέχθειο ανακοινώνει

πως τα βήματα οφείλουν να κόψουν ταχύτητα

αν πρόκειται να οδηγήσουν κάπου.

Πολλοί ανερχόμενοι

συμμορφώνονται με την εντολή

και είναι σχεδόν γελοίο να τους βλέπεις

να επιβραδύνουν τη κίνησή τους

και να παίρνουν τη στάση

της περίσκεψης.

Κι όμως,

μερικοί επηρεάζονται στ’ αλήθεια.

Ανηφορίζοντας προς τον Παρθενώνα

αισθάνομαι ότι ανέλαβα μια κίνηση

που δεν την ελέγχω αρκετά

– με ποια ιδιότητα προχωρώ;

Όλες οι πορείες ήταν εδώ

τελετουργικές,

ίσως αυτό να με εμποδίζει

να συνεχίσω

ή ίσως η θέα των Καρυάτιδων δίχως χέρια

για να λάβουν τα δέοντα.

Προτιμότερο να μείνω σε κάποια απόσταση

κοιτάζοντας το βράχο κάτω από τους ναούς

με το στέρνο του κόντρα στον ήλιο.

Ήταν, ίσως, ένα σώμα ανθιστάμενο

στον ήλιο και τις πληγές του

που στη κορυφή της προσπάθειάς του

είδε να προβάλλουν τα ανθρώπινα έργα

και τότε ηρέμησε κι έγινε

ένα γερό πέτρινο στήριγμα γι’ αυτά.

Όταν εκείνο σταμάτησε

άρχισε να μιλάει η Τέχνη,

τα δύο αυτά,

στήριγμα και δημιούργημα,

μου φαίνονται αξεχώριστα,

δύο όψεις

της ίδιας προσπάθειας.

Πάνω στην επιφάνειά του μια φράση αχνογραμμένη

πάει να εξηγήσει τι σημαίνει

σθένος.

Δε κατορθώνω ωστόσο να συλλάβω

αυτό που προηγήθηκε των έργων.

Τα στοιχεία της έντασης θα μείνουν άγνωστα

για πάντα

κρυμμένα πίσω από τη γαλήνη των μορφών.

Μπόρεσαν να κλείσουν την αγωνία

σε σχέσεις αρμονικές

ανάμεσα σε ύψη και πλάτη

και σε κανόνες για τη κατασκευή ναών

και ανέφελων μετώπων.

Άδικος κόπος να ρωτάω

για το πως υποχώρησαν τα πάθη,

το ξέρω καλά, ο καθένας το ξέρει

πόσο ανάγκη έχει μια τέχνη

που να μετασχηματίζει τα άμεσα

όταν αυτά των ωθούν

να κραυγάσει.

Τις κυματώσεις των συγκινήσεων

ανέλαβαν ο αρχιτέκτονας και ο γλύπτης,

ως εκεί, απ’ όπου θα έβλεπαν το όριο τους

και θα τρόμαζαν με την ίδια τους την απαίτησή.

Παρ’ όλα αυτά, η θέρμη από την αγωνία

παρέμεινε μέσα στη κρύα ψύχρα

του ορυκτού

– δε χάθηκε εντελώς.

Οι κολώνες του Παρθενώνα

δεν είναι πια από ύλη ανόργανη:

έχουν το χρώμα των οστών.

Από τη περίβλεπτη θέση τους

πάνω από τα σπίτια και τους δρόμους

όπου οι άνθρωποι υποφέρουν

από τα ανεξήγητα,

ανίσχυροι, βουβαμένοι

ή ξεφωνίζοντας, κάποιες στιγμές,

προς το άδειο στερέωμα

δηλώνουν προς κάθε ενδιαφερόμενο

πως η μάχη της ζωής με τα μάρμαρα

έληξε

– έγινε το μάρμαρο ίχνος ζωής.

Κερδίζω μια στιγμή νηνεμίας

που με κάνει ικανό να κατέβω στη πόλη

την ανεπίδεκτη αναπαύσεως.

Περπατώντας κοντά στους Αέρηδες

βρισκόμουν, σίγουρα, ακόμη

κάτω από την επιρροή τους

που με πήγαιναν και μ’ έφερναν.

Κτίσματα διαφορετικών πολιτισμών βρίσκονται τώρα

κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο

συντετριμμένα από τον κοινό τους εχθρό:

κατακάθισμα των έργων μέσα στο χρόνο

και συμφιλίωση κατακτημένων και κατακτητών.

Μέσα στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς

το οκτάγωνο ρολόι υψώνεται τώρα

πάνω από τις εποχές,

έγινε βαπτηστήριο τα παλαιοχριστιανικά χρόνια

ύστερα τεκές των δερβίσηδων

και τέλος

μνημείο όλων των προηγούμενων χρήσεων

και καμιάς τους.

Πιο πάνω, στα σύνορα με την Ελληνική Αγορά

ένα παλιό αρχοντικό οίκημα

δείχνει αμήχανο

που βρίσκεται σε αυτό το σημείο:

να’ χει δεξιά του συντρίμια

και αριστερά του,

το ίδιο.

Καθώς πλησίαζα την Αρχαία Αγορά

αναγκάστηκα να παραδεχθώ

πως δε θα μπορούσα ποτέ μου

να συνθέσω

κάτι από εκείνα τα θραύσματα.

Δύσκολο να εννοήσεις έναν χώρο

που ήταν στίβος και πλατεία μαζί,

όπου συναθροίζονται άνθρωποι

για να εξασκηθούν

συναντώντας τους άλλους.

Μια γυμναστική,

που την είχα αρχίσει κάποτε,

και την έκοψα πρόωρα.

Σε ένα πήλινο θραύσμα που φυλάγεται στο μουσείο

διαβάζω ονόματα εξοστρακισθέντων:

Θεμιστοκλής, Αριστείδης.

Είχαν κατορθώσει, για ένα διάστημα,

να πείσουν τους συμπολίτες τους

για την αξία των πράξεών τους

κι ολόκληρη η πόλη μιλούσε γι’ αυτούς.

Αλλά ο Νόμος όριζε πως

όποιοι βρίσκονται στα στόματα όλων

θα έπρεπε να πληρώσουν προκαταβολικά

το τίμημα της φήμης,

– με την επιτυχία τους

είχαν καταφέρει να θεωρούνται ύποπτοι,

μακρόβιους θριάμβους

δε μπορούσε, λοιπόν, να περιμένει κανείς,

ούτε οι άψογοι ρήτορες

ούτε οι νικητές στρατηγοί.

Υπήρξαν, όμως, και μερικοί

που ανταπάντησαν στους κατηγόρους,

με δευτερολογίες μέχρι θανάτου.

Δε θα έπινε το κώνειο ο Σωκράτης

χωρίς να απευθυνθεί στους επικριτές του άλλη μία φορά

με ένα ύστατο επιχείρημα:

λόγια πως δεν μπορούσαν να δεχθούν

πως η διάρκεια ζωής τους είναι ίση

με αυτή των ανθρώπων,

λόγια που δεν μπορούσαν να δεχθούν

πως δε θα είχαν έναν αντίλαλο

πέρα από τους τάφους και τα δικαστήρια.

“Τα δεινά είναι βουβά”,

είχε προειδοποιήσει από παλιά, ο Ισίοδος.

Από το φόβο τους

ανέδειξαν τη φωνή τους σε πράξη

και τη λάτρεψαν.

Ό,τι νέο γεννήθηκε εδώ

βγήκε στον κόσμο σαν το μωρό,

μες τις φωνές.

Ακούω τον στριγκό ήχο και σπεύδω έξω,

θέλω να προλάβω τον ερχομό του ερπετού

που καταπίνει χιλιόμετρα και μέρες

περνώντας σύριζα στα ασάλευτα μνημεία

προκαλώντας τα με την κίνησή του.

Κάποια αδυσώπητη έξωση

έδιωξε και σήμερα από τα σπίτια τους

πολλά άτυχα αντικείμενα

και τα άφησε στα ισόγεια και τα στουπωμένα πατάρια

της πλατείας Αβησσυνίας:

φωτιστικά για αναδρομές, σερβίτσια για μακρόσυρτα γεύματα,

ραδιόφωνα βραχνά από τα βαρυσήμαντα διαγγέλματα που ανακοίνωσαν.

Υπάρχουν τα άλλοτε των ανύπαρκτων πια

ή εκείνων που βρέθηκαν σε ανάγκη,

απευθύνουν έκκληση στους περαστικούς.

Πότε – πότε, κάποιος, σα να άκουσε το αίτημα τους καθαρά

θέλει, ένα από αυτά, να το υιοθετήσει αμέσως.

Σύσσωμο, τότε, το ορφανοτροφείο

των μεταχειρισμένων

αναθαρρεί.

Μέσα από τα καρεκλοπόδαρα κάνει νεύματα

ένας φίνος τοξότης από αλάβαστρο.

Αν τον ξεχωρίζουν και τον σώσουν

πάει να πει

πως υπάρχει ακόμα ελπίδα,

αφού η εκλεκτικοί δίνουν τη μάχη τους

με τη γενική μυωπία.

Βλέπω κάμποσους περαστικούς να παρακολουθούν κάποιο θέαμα:

οι περίεργοι, μαζεύονται και σκορπίζουν,

επιδοκιμάζοντας σιωπηρά τη φτωχή φαντασμαγορία

που τους τόνωσε το ηθικό:

άμα λείπουν τα πλούτη, μένουν

οι εκκεντρικότητες των αδέκαρων

– γεμάτη απ’ αυτές η περιοχή,

για τούτο και τραβά τόσο κόσμο κοντά της,

ανθρώπους κουρασμένους, σκυφτούς

που όμως ξέρουν πως όπου να’ ναι,

χωρίς αναγγελίες,

θα ανοίξει ένας μικρός χώρος μες το πλήθος

και θα πειστούν πως είναι δυνατοί

οι αυτοσχεδιασμοί

κι απ’ το απύθμενο τίποτα.

Έχω στα νώτα μου την είσοδο του Κεραμικού,

πρώτα βήματα στο χώρο του νεκροταφείου,

οι σφυγμοί της πόλης μειώνονται

μέσα μου,

προχωρώ πιο ελαφρά, λιγότερο εσκεμμένα.

Κάποιοι θέλησαν να μην χαθούν οριστικά

από το φως

κι άφησαν τα επιτήδεια ανάγλυφα

να ανακοινώνουν αυτή τους τη θέληση.

Οι ίδιες ακτίνες που έπεφταν πάνω σε εκείνο το πρόσωπο

όσο ζούσε κι αφότου έφυγε,

εξοστρακίζονται, τώρα,

στον επισκέπτη

και τον κάνουν συνένοχο σε μια ύστατη απόπειρα.

Όποιος κοιτάζει τις μορφές που παριστάνονται πάνω στους τάφους

θα μπορούσε να ξεγελάσει, μαζί τους, τους υποχθόνιους νόμους.

Γνώριζαν βέβαια οι πάντες πως

το σύνορο είναι αμετάθετο,

όμως αυτό ακριβώς έκανε πιο σφοδρή την επιθυμία τους

να μείνει για πάντα ανάμεσα στα ορατά

η τελευταία συνάντηση με τους οικείους

σαν εικόνα μιας γέφυρας,

ανάμεσα στους δύο κόσμους,

το βαθούλωμα στα μάτια της Κόρης και της Μητέρας που τη χαιρετά

τα χείλη της Ηγησούς, τα δάκτυλά της

είναι εγκοπές ελεγχόμενου βάθους.

Λίγο μόνον πιο έντονες να ήταν

θα έδειχναν τις μορφές δραματικά καθηλωμένες

στο γεγονός που τις έπνιξε.

Ήταν πολύ περήφανοι οι Έλληνες

για να γραπωθούν στην ελπίδα

και αρκετά συνετοί

για να μην την αποδιώξουν οριστικά.

Γι’ αυτό λάξεψαν το μάρμαρο μοναχά ως ένα σημείο.

Η προσμονή της μεγάλης συνάντησης

δεν υποχωρεί

– θα συμβεί άραγε αυτό;

Θα ανταμώσουν πάλι όσοι μείναν μισοί

αναζητώντας τα πρόσωπα

που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν κοντά τους;

Δίπλα μου κάτι ψιθυρίζει ο Ηριδανός,

αρχαίο ποτάμι που έγινε ρυάκι

και κυλάει ακόμα ανάμεσα στα βρύα,

ύστερα από τόσες ξηρασίες,

και σποδούς.

Θα ήταν ιδανική η συγκυρία αν βγαίνοντας

αντίκριζα το μελίσσι των μικροπωλητών

να φράζει την έξοδο και να βουίζει ο τόπος.

Τέτοιες πολιορκίες βοηθούν τους εγκλωβισμένους

στις άκαρπες σκέψεις τους

να ανασυνταχτούν και να βγουν αξιόμαχοι πάλι

στο κόσμο.

Έκανα τη σκέψη, μου φάνηκε σχεδόν φυσικός ο συνειρμός,

να πάρω τη κατεύθυνση της Διονυσίου Αρεοπαγίτου προς το Ηρώδειο,

το θέατρο που το’ κτισε το πένθος ενός άνδρα

για μια γυναίκα.

Με σταμάτησε όμως η εικόνα εκείνου του φίλου του

που καθώς λέγεται, έδωσε τέλος στη θλίψη του χήρου

με ένα εύστοχο αστείο.

Παρόμοια μεταχείριση επιφυλάσσει και η πόλη αυτή

στους αβυσσαλέους στοχασμούς,

καθώς η μέγγενη σφίγγει τους κροτάφους,

ένα γέλιο πειραχτικό επαναφέρει στα συγκαλά του

τον παθόντα

ή τουλάχιστον τον φέρνει αντιμέτωπο

με τον εγωισμό της δυστυχίας

“Δεν ωφελεί, του λέει, να ωθείς τη σκέψη ως το τέλος αν δεν είσαι ικανός να γυρίσεις ξανά στην αρχή.

Μοναδικό βάλσαμο η ιδέα του κύκλου,

αν δεν μπορείς να την εννοήσεις, τότε καλύτερα να διδάσκεσαι κοιτάζοντας τι κάνουν όλοι για να ξεχνιούνται.

Θα σε οικτίρουν για αυτό οι αριστοκράτες της βαρυθυμίας αλλά δεν πειράζει.

Ναι, είναι αλήθεια. Ακούγονται συχνά διαμαρτυρίες για τη τύρβη που καλύπτει τα πάντα,

γυρίζουν αστόχαστα εδώ κι εκεί οι άνθρωποι, παρά τις συμβουλές του Πασκάλ,

αποφεύγοντας να κοιτάξουν το βάραθρο που χάσκει μπροστά τους.

Συμβαίνει όμως, να μην υπάρχει άλλο φάρμακο για τα αδιέξοδα κλωθογυρίσματα του μυαλού

απ’ το σουλάτσο του πλήθους στους δρόμους.

Δεν είναι η λησμονιά του κοινού νου, είναι η μάθηση της εξομοίωσης.

Πολλοί από αυτούς τους αγνώστους, υπήρξαν ή είναι ομοιοπαθείς κι όμως κινούνται με φυσικότητα.

Δες τους, συγκροτούν τη μάζα που διαλύει τους θρόμβους των σκέψεων αυτών

που μόλις πριν ήταν έτοιμες να αρχίσουν μια συζήτηση περί αυτοκτονίας,

να ξεσπάσουν σε αναφιλητά ή να κραυγάσουν στο ταίρι τους το “αν δεν ήσουν εσύ

Η πόλη και οι άνθρωποι

μερικές φορές φαίνονται να έχουν παραιτηθεί

από οποιαδήποτε απόπειρα αναζωογόνησης ,

επηρεασμένοι από ό,τι ανέτειλε και έδυσε γύρω τους.

Ο ήλιος πάντως, πλαγιάζει και σήμερα πίσω από το λόφο της Πνύκας

κι απ’ όλους τους χρυσούς λόφους της ανθρωπότητας.

Ξαφνικά, καθώς με καλούσε να βουλιάξω μαζί του

ένιωσα την επίδραση μιας παράξενης άλωσης.

του Βασίλη Καραποστόλη


New Acropolis Museum – Parthenon Marbles: give stolen marbles back

“The Marbles are calling back the Marbles”

Museum director Prof Dimitris Pandermalis said

the opening of the museum provides an opportunity to correct “an act of barbarism” in the sculptures’ removal.

Losing your marbles

Helena Smith

Published 18 June 2009

Source: NEWSTATESMAN

Observations on the Parthenon Marbles

photo by The Associated Press - All Rights Reserved

photo by The Associated Press - All Rights Reserved

A little before noon on Saturday 13 June, in the heart of Athens, the classical carvings known as the Parthenon Marbles were removed from their protective cellophane, to be glimpsed for the first time in the New Acropolis Museum. There in the upper gallery, within view of the sacred rock itself, the icons of ancient Greece will remain.

Antonis Samaras, the tall, urbane Greek minister of culture, ushered me in to see the sculptures, a week before the official opening of their new €130m (£110m) home.

“You are the first one to see them without cellophane,” he said, and added, “and now you can see why there is such a big ‘why’.”

The New Acropolis Museum is a crowning achievement of modern Greek culture – completed after more than 30 years of procrastination and acrimonious debate. It is luminous, cavernous and designed to echo the Golden Age temples. There are few places as stupendous as this. Samaras’s tour, almost two years after my last visit to the then half-finished museum, was a treat I had long looked forward to. And there I was, standing before the sculptures.

“They’re awful, eye-poppingly awful,” I blurted, as Samaras walked around exclaiming: “This one’s English, that one’s authentic, this one’s in the British Museum, that one’s the real thing.”

With more than 60 per cent of Phidias’s monumental frieze on display in Bloomsbury, thanks to Lord Elgin, Athens has had to make do with giant plaster-cast copies, acquired from the British Museum in the 19th century, to narrate the full tale of the frieze’s great Panathenaic Procession.

Museum curators had initially contemplated “touching up” the casts with a patina to make them seem more authentic, but officials finally stuck with the deeply unsettling whiter-than-white finish. Interspersed with Iktinos’s exquisite originals, they stand out like eyesores.

“One of the most important elements of this museum is to show, in total clarity, the truth,” said Samaras. “And the truth is that something is missing and that times have changed, and that even most Britons now believe the marbles should be reunited here in Athens.” Looking up at the light-speckled Parthenon, he continued: “Finally, this demolishes the charge that we don’t have a proper place to display and preserve the sculptures.”

The world’s most famous frieze, amputated against the backdrop of the temple it once adorned, has a peculiar effect. If you are an art lover you want to scream at the pity of it all. If you are English you want to curl up beneath one of the marbles in embarrassment and cry out:

Give them back!

A Home for the Marbles

Source: New York Times By CHRISTOPHER HITCHENS Published: June 18, 2009

Courtesy of the British Museum

Courtesy of the British Museum

LONDON — This weekend, the new museum of the Acropolis will open its doors in Athens, in a striking modern building situated at the foot of the rock itself. For a long time, it has not really been possible for a visitor to Greece to visit the buildings on that most famous of all hills, and also the sculpture that used to adorn them in the days of the cult of Pallas Athena. Atmospheric pollution and structural weakness necessitated the protective removal of a good number of the statues and carvings, and bureaucratic and political delays kept on putting off the day when a serious gallery for their exhibition could be provided. Now, however, it will be possible for a tourist to walk around the temples of the Acropolis — which themselves have been undergoing an extensive and careful restoration — and then to stroll around a museum, within sight of the temples, where the carvings of Phidias and others are at last again on display. I was fortunate enough to be given a tour of both sites earlier this year. I think that nobody can fail to be impressed by the combined efforts of Bernard Schumi, the Swiss architect, and Dimitrios Pandermalis, the museum’s director. The crucial floor is the top one. Here, all the available treasures of the Parthenon have been lovingly and logically arranged in a gallery that is layered differently from other levels so as to replicate and mirror the layout of the temple, up at which it directs the visitor’s gaze. Given all the hazards of time and chance and weather, and all the vicissitudes that the Parthenon has suffered down the milennia, this is the nearest that one can currently come to a full enjoyment of the aesthetic whole. But that’s where the rub lies. A huge portion of “the available treasures” of the Parthenon have been segregated from the main body and cannot be seen in harmony with it. I am referring to the so-called “Elgin marbles”: the huge chunks of the frieze, the pediment and the metopes (panels) that were quite literally “ripped off” from the Parthenon in the early 19th century, and carried off to Britain, where they were supposed to decorate Lord Elgin’s private home in Scotland. Only his bankruptcy saved them from this fate, and he contrived to sell them to the British government, which holds them to this day in the British Museum in London. The “Elgin line,” of sculptural partition and annexation, runs through a poem in stone that was carved as a unity and that tells a single story. It even cuts through figures and characters in that story. The body of the goddess Iris is now in London, while her head is in Athens. The front part of the torso of Poseidon is in London and the rear part is in Athens. This is grotesque. Recently, President Giorgio Napolitano of Italy paid a visit to the Acropolis Museum in order to return a fragment of the frieze — the foot of the goddess Artemis — that has been sitting for years in the Salinas Museum in Palermo. His generous gesture in helping reunify the masterpiece of the sculptor Phidias has been equaled by the Vatican museum, which has returned the head of a young man from panel No. 5 of the north frieze, and by the museum at Heidelberg, which has given back the foot of a young man playing the lyre on panel No. 8. But, still, huge expanses of the sculpture, with its honey-colored patina warmed by centuries of Attic sun, are represented in absentia by a doleful white plaster-cast simulation of the exiled brothers and sisters. How long can the British authorities cling jealously to the loot of their former ambassador to a long-vanished Turkish empire? (Greece was a vassal state when Lord Elgin’s men showed up with their crowbars and cranes.) For a long time, the British Museum did have a couple of plausible arguments in its quiver. It could try to maintain that restoring the marbles to Athens would set a precedent that might empty great museums of their collections. And it could call attention to the fact that the Greeks had nowhere to house the sculptural marvels. The first argument was never as strong as it sounded: Where is the court that decides that an aesthetic gesture is a “precedent”? Have the Hittites and the Babylonians now besieged the Vatican for the return of every other treasure ever moved? Don’t be silly, in other words. The only precedent that has any value is the good example set by Italian and German museums which understand that it makes no sense to wrench apart, and keep apart, a magnificent work of art. As to the second objection, having dithered for years in a way that drove all of us Philhellenes nearly crazy, the Greeks have now excelled themselves in creating a place worthy of its breath-taking contents. It is not a question of denuding one great and old European museum, so much as of completing another great and new one. The British people, when asked, have repeatedly shown that they want to do the right thing and reunify the sculpture. It is impossible to visit Athens and not yearn for the day when Britain decides to right an ancient wrong and show that a beautiful artefact is more than the mere sum of its parts.

Christopher Hitchens is the author of ‘‘Imperial Spoils: The Case for the Reunification of the Parthenon Marbles’’ and a columnist for Vanity Fair.

The “Elgin line,” of sculptural partition and annexation, runs through a poem in stone that was carved as a unity and that tells a single story. It even cuts through figures and characters in that story. The body of the goddess Iris is now in London, while her head is in Athens. The front part of the torso of Poseidon is in London and the rear part is in Athens. This is grotesque. Why the British Museum cannot recognize the endgame is anyone’s guess.