"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Latest

“Θίασος” ή η αναπαράσταση της ανθρώπινης οδύνης – ένα κείμενο του Σταύρου Τορνέ

Ένα σπάνιο κείμενο του αγαπημένου Σταύρου Τορνέ για το “Θίασο” του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 1976, στο περιοδικό “Φιλμ – περιοδική έκδοση ανάλυσης και θεώρησης του κινηματογράφου” / Εκδόσεις Καστανιώτη – τόμος Γ’ – τεύχος 11.

στη μνήμη του Θ. Αγγελόπουλου

worldcity

Υ.Σ.: από όσο ξέρω το κείμενο που ακολουθεί δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά πριν – διατήρησα την ορθογραφία του κειμένου, αλλά για λόγους χρόνου όχι το πολυτονικό σύστημα.

(αφορμή για τη δημοσίευση του κειμένου αυτού ήταν οι ιταμές δηλώσεις μελών του ΛΑΟΣ
(προφέρεται Λάος για να θυμόμαστε ποιας εποχής και κόσμου αντιλήψεις εκφράζουν),
για τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο.)
τις δηλώσεις του κου Πολατίδη μπορείτε να τις δείτε εδώ και εδώ –
όλως περιέργως δε μπόρεσα να ξαναβρώ το σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” – εξαφανίστηκε).

Μια εκτεταμένη συλλογή άρθρων, δημοσιευμάτων, βίντεο, συνεντεύξεων του ελληνικού και ξένου τύπου και ιστολογίων,
για τη ζωή, το έργο και το θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου
μπορείτε να βρείτε στο “Θόδωρος Αγγελόπουλος: ταξίδι στην αιωνιότητα, στο φως”

“Θίασος” ή η αναπαράσταση της ανθρώπινης οδύνης

του Σταύρου Τορνέ

Η ταινία του Θ. Αγγελόπουλου είναι πραγματικά παραπάνω από μια απάντηση “θετική” στο πατριωτικό ελληνικό κόμπλεξ – αν έχουμε δηλαδή κινηματογράφο στο επίπεδο – μοντέλο των άλλων χωρών.

Πιο πολύ γιατί η ταινία με τον όγκο της και τη θεαματικότητά της δίνει την εντύπωση ότι συγκεντρώνει και μεθοδεύει το σύνολο της δυναμικής κινηματογραφικής έκφρασης σε μια νέα ερμηνευτική διάσταση του σημερινού κόσμου.

Όμως σε τέσσερες ώρες προβολής ούτε σε μια σκηνή δεν υπάρχει η μαρτυρία μιας προσωπικής υποκειμενική αλήθειας στα γεγονότα που αφηγείται (κάλυψη αισθητική). Γιατί η υποκειμενική αλήθεια του Αγγελόπουλου βρίσκετεαι σε σύγκρουση, και σε μια διαρκή πάλη να υποτάξει την συμμετοχή των “άλλων” στα ίδια γεγονότα με τη δική τους αλήθεια – η μεθόδευση όχι του να κάνεις ένα φιλμ πάνω στην ανθρώπινη οδύνη (θεματική εκλογή) αλλά μια αισθσητική αναπαράστασή της, κινείται αλάνθαστα βιάζοντας χώρο και χρόνο σε μια νέα σύλληψη του σημερινού κόσμου της αλλοτρίωσης (εδώ βρίσκεται η αφορμή αυτής της άρνησης).

“…Μια σύλληψη αυτάρεσκα εγωκεντρική
και σε μια προέκταση των πραγματικών σημερινών κοινωνικών πολιτικών συνθηκών (πάλη των τάξεων) νεοφασιστική,
που σαν στόχο της έχει να εξορκίσει να παραχαράξει να κολακέψει να μηδενίσει την βιωμένη οδύνη των “άλλων,
δηλαδή το ανθρώπινο μεγάλωμα το αλλοτριωτικό ξεπέρασμα….”

Μια σύλληψη αυτάρεσκα εγωκεντρική και σε μια προέκταση των πραγματικών σημερινών κοινωνικών πολιτικών συνθηκών (πάλη των τάξεων) νεοφασιστική, που σαν στόχο της έχει να εξορκίσει να παραχαράξει να κολακέψει να μηδενίσει την βιωμένη οδύνη των “άλλων, δηλαδή το ανθρώπινο μεγάλωμα το αλλοτριωτικό ξεπέρασμα.

Οι σχέσεις του Αγγελόπουλου με τους “ήρωες” του δεν είναι μια σχέση αναγνώρισης του ανθρώπου σαν κέντρο υποστασιακά αντιφατικό πραγματικό, μάλλα λόγια μια σχέση αναγνώρισης του εγώ-εσύ-εγώ, αλλά εγώ και οι άλλοι (ο λαός, το πλήθος, η φυλή) δηλαδή μόνο εγώ.

Έτσι ο άλλος, οι άλλοι, στην ταινία γίνονται αντικείμενο όχι μιας συνολικής αναγνώρισης (κριτική στάση) των δικών μου αντιφάσεων και το ξεπέρασμα τους, αλλά στις ποιότητες – ιδιότητες του δικού μου αμετακίνητου κώδικα που τους αναγνωρίζω, δηλαδή την δική μου άποψη να “υπάρχουν” να δρουν να σκέφτονται να είναι ελεύθεροι.

“… να είναι φορείς αισθητικοί, εθνικο-ιδεολογικοί που κάτω από το φως του “τέλους” της δικτατορίας
και της νέας μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και των εμπορευματοεπιχειρησιακών προοπτικών νέου τύπου
“τοπικό πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας – πετρέλαιο του Αιγαίου – τρίτος παγκόσμιος πόλεμος) ενεργοποιεί “πνευματικά”
εντάσοντας σ’ ένα ενιαίο εθνικοαγγελοπουλικό μέτωπο σφαγής
τον όψιμο ριζοσπάτισμό του ελληνικού νεοκαπιταλισμού,
αλλά και τις τυχόν αντιρήσεις της ελληνικής αριστεράς οπαδών – ηγεσίας…”

Έτσι οι ήρωες της ταινίας “θέλω” να λειτουργούν “ιστορικά” “διαλεκτικά” “ακριτικά” πάνω σε παλιές εθνικοκοινωνικές αντιθέσεις – συγκρούσεις “θέλω” “τώρα” να είναι φορείς αισθητικοί, εθνικο-ιδεολογικοί που κάτω από το φως του “τέλους” της δικτατορίας και της νέας μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και των εμπορευματοεπιχειρησιακών προοπτικών νέου τύπου “τοπικό πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας – πετρέλαιο του Αιγαίου – τρίτος παγκόσμιος πόλεμος) ενεργοποιεί “πνευματικά” εντάσοντας σ’ ένα ενιαίο εθνικοαγγελοπουλικό μέτωπο σφαγής τον όψιμο ριζοσπάτισμό του ελληνικού νεοκαπιταλισμού, αλλά και τις τυχόν αντιρήσεις της ελληνικής αριστεράς οπαδών – ηγεσίας που μετά την ήττα (συνειδησιακό όριο) και μετά τηυν δικτατορία (βιολογικό όριο) κάθε ακριτική αποδοχή (λαϊκιστική εκδοχή του εμφυλίου πολέμου του Αγγελόπουλου) την καταξιώνει υποστασιακά ακόμα και μια θεσούλα στο πάνθεο της Αγγελοπουλικής αγιοσύνης, αποσπώντας έτσι την γενναιόδωρη ανοχή ή την αναγκαία ευλογία της ηγεσίας όπως πρόσφατα στην ελληνική Βουλή του 1975 απ’ αφορμή την ψήφιση του προϋπολογισμού εθνικής άμυνας.

Και για να μη θεωρηθεί εδώ ότι έχω την πρόθεση να χωρίσω τον κόσμο σε δαίμονες και αγγέλους αποδίδοντας ρόλους όπως ο ίδιος κάνει την ταινία του αναφέρω ότι η υπόταξη των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου στην ιστορικοαιτιοκρατική αισθητική “ανάγκη” του σκηνοθέτη έρχεται μετά το πέρασμα των νέων Μήδων (οικονομικό άνοιγμα μέρους ελλήνων εφοπλιστών – τραπεζών – ίδρυμα Φορντ) όχι γιατί εκείνο το μέρος των ελλήνων διανοουμένων εισπράττοντας το σχετικό χρήμα θα μεταμορφωθεί σε χαφιέδες ή “λακέδες του καπιταλισμού” (έχω τη γνώμη ότι έγιναν αριστερότεροι των αριστερών) αλλά γιατί αποδέχτηκαν τη ρατσιστική προώθηση ενός συστήματος υποθηκεύοντας έτσι το ουσιαστικότερο υποκειμενικό δικαίωμα ανθρώπινης ελευθερίας – να “είσαι” και να μην θέλεις πια να είσαι εργάτης, να “είσαι” και να μην δέχεσαι να είσαι καλλιτέχνης, μέσα σε μια κοινωνική αιτιοκρατία που ξεπερνιέται προσωπικά μέσ στις αντικειμενικές αλλοτριωτικές ανθρώπινες σχέσεις που το σύστημα επιβάλλει.

“…Έτσι αυτοστερημένοι, αυτοευνουχισμένοι, (το) νέο παπαδαριό,
στήνει την πνευματική λειτουργία της πληρωμένης με αίμα πνευματικής βακάντσας των υπόλοιπων,
σύγχρονοι τροβαδούροι των αυτοεπαναλαμβανόμενων παθών μας…”

Έτσι αυτοστερημένοι, αυτοευνουχισμένοι, νέο παπαδαριό, στήνει την πνευματική λειτουργία της πληρωμένης με αίμα πνευματικής βακάντσας των υπόλοιπων, σύγχρονοι τροβαδούροι των αυτοεπαναλαμβανόμενων παθών μας. Στην Ελλάδα ειδικά που για τριάντα – τριάντα; – όχι μόνο ήταν εθνικό αμάρτημα η απλή συμμετοχή στην αντίσταση αλλά γιατί πιο πολύ η πανάκριβα πληρωμένη προγραφή απέκλειε και την επιβίωση.

“Τώρα” ήρθε η ώρα να ειπωθούν “όλα”. Γιατί έτσι υπάρχει περίπτωση να δαμαστεί μαι παράνομη συνείδηση, μια “ανεξήγητη” (για ποιους;) υποκειμενική στάση εξέγερσης και ελευθερίας κάνοντας σπετάκολλο μπρεχτικό την Βάρκιζα – λες και ενδιαφέρει ότι ο άνθρωπος – αντάρτης πρώην εργάτης, πρώην πρόσφυγας, πρώην χωριάτης, πρώην αξιωματικός, πρώην δάσκαλος, πρώην ληστής, πρώην αλήτης, πρώην ψεύτης, παραδίνει τα όπλα , που μπορεί να τα ξαναπάρει, ή και να τα έχει κρύψει – εξουδετερώνοντας αισθητικοιστορικά την συνολική ανθρώπινη ταπέινωση και οδύνη σε μια όχι αφηρημένη ατομική – ομαδική συνειδησιακή ιστορική προοπτική, παραμορφώνοντας και μυθοποιώντας εκ νέου, κολακέυοντας, δίνοντας όχι την συνολική διάσταση αλλά την ηθελημένα επιθυμητή, την αφηρημένη, την αισθητικά τεκμηριωμένη εικόνα του θαυματοποιού σπεσιαλίστα.

Έτσι μέσα από μια διαλεκτική εξάρτηση αποδοχής κάθε αιτιοκρατίας που αποκλείει την συγκεκριμένη συμμετοχή στην εξέγερση, του οικονομικού κοινωνικού πολιτικού και πνευματικού προσώπου του σκηνοθέτη και στα γεγονότα που θα μεταπλαστούν σε έργο, απομένει μια αισθητική ωραιοποιητική αδηφαγία μιας κινηματογραφικής κουλτούρας που παράγει “κουλτούρα” χωρίς να μπορεί να την ξεπεράσει.

“…Ένα μάτι που βλέπει όπως θέλει να βλέπει, οπωσδήποτε μονοδιάστατο,
που ψάχνει χωρίς ανάπαυλα να εξουδετερώσει την πολυδιάστατη ανθρώπινη εξέγερση και οδύνη,
αλλού με αρχετυπικό νεοφολκλορισμό
αλλού με ην καλά πληρωμένη και επεξεργασμένη αισθητική ραφινατέτσα…”

Ένα μάτι που βλέπει όπως θέλει να βλέπει, οπωσδήποτε μονοδιάστατο, που ψάχνει χωρίς ανάπαυλα να εξουδετερώσει την πολυδιάστατη ανθρώπινη εξέγερση και οδύνη, αλλού με αρχετυπικό νεοφολκλορισμό αλλού με ην καλά πληρωμένη και επεξεργασμένη αισθητική ραφινατέτσα.

Για να γίνουν τα παραπάνω πιο συγκεκριμένα σημειώνω:

Η αρχαιοτραγωδική ανέλιξη των ηρώων της ταινίας που ζούνε τον εμφύλιο πόλεμο (ανθρώπινες σχέσεις σε σύγκρουση – βιωμένη οδύνη) είναι αφηρημένη ύποπτη σχηματική.

“…το αποτέλεσμα ενός κόσμου που έχει βγει όχι από την φυλετική εξωτερίκευση – αλλοτρίωση,
δηλαδή ήρωας, βασιλιάς, θεός και το αντίθετό του
αλλά από το ξεπέρασμά του που είναι άνθρωπος, χριστός, θεός, σοσιαλισμός και το αντίθετό του,
δηλαδή πάλι εξωτερικευμένο – αλλοτριωμένο….”

Η αρχαία τραγωδία εκφράζει χωροχρονικά όχι μόνο ανθρώπινες σχέσεις σε σύγκρουση – βιωμένη οδύνη αλλά και μια γενικότερη αντίληψη – σύλληψη του τότε κόσμου μέσα στα όρια της φυλετικής ζωής και της ανθρώπινης ευαισθησίας που βγαίνει από τις σχέσεις ηγεμόνεψης των ελληνικών φυλών πάνω στους αυτόχθονες και στον περίγυρο. Ενώ οι άνθρωποι που ζήσανε τον εμφύλιο πόλεμο – ο σύγχρονος άνθρωπος – εκφράζει και τέτοιες καταβολές αλλά σε μια νέα αντίληψη  – σύλληψη του κόσμου που δεν είναι οπωσδήποτε παγανιστική – ειδωλολατρική – ηρωική. Είναι το αποτέλεσμα ενός κόσμου που έχει βγει όχι από την φυλετική εξωτερίκευση – αλλοτρίωση, δηλαδή ήρωας, βασιλιάς, θεός και το αντίθετό του αλλά από το ξεπέρασμά του που είναι άνθρωπος, χριστός, θεός, σοσιαλισμός και το αντίθετό του, δηλαδή πάλι εξωτερικευμένο – αλλοτριωμένο.

“…Στο ερώτημα γιατί ο εραστής της μάνας να είναι φασίστας, χαφιές και προδότης υπό εκτέλεση
– που μπορεί και να είναι – αλλά να είναι και το αντίθετο –
ΕΑΜοκομμουνιστής, πράκτορας, προδότης
– ενώ θα μπορούσε να είναι απλά εραστής εκτελεσμένος…”

Έτσι έχουμε μια νέου τύπου ρατσιστική εκδήλωση επιβολής. Στο ερώτημα γιατί ο εραστής της μάνας να είναι φασίστας, χαφιές και προδότης υπό εκτέλεση (που μπορεί και να είναι – αλλά να είναι και το αντίθετο – ΕΑΜοκομμουνιστής, πράκτορας, προδότης – ενώ θα μπορούσε να είναι απλά εραστής εκτελεσμένος) -. Για να ξεπλύνει τον οικογενειακό φυλετικό κώδικα τιμής; ή την εξαρτημένη εθνική τιμή ο υποστασιακά μυθοποιημένος βυζαντινο – αγιογιωργικός αντάρτης που θα τιμωρηθεί μεν κι αυτός με εκτέλεση και μετά θάνατο θα δικαιωθεί και θα εξαγιασθεί (“τώρα” στη ταινία του Αγγελόπουλου). Έτσι έχουμε όχι μια διάσταση του σύγχρονου ανθρώπου που ενεργεί, σφάλει, εξεγείρεται, υποφέρει, μεγαλώνει σαν συνείδηση, αλλά τον αγγελοπουλικό ήρωα – ιδέα που αποδίδει “δικαιοσύνη” όταν αυτός θέλει και όπου αυτός θέλει.

Δηλαδή, σήμερα μια νέα ευδιάκριτη κοσμοαντίληψη που δεν αναγνωρίζει ότι η ειδωλολατρεία είναι το ξεπέρασμα του κανιβαλισμού, ότι ο χριστιανισμός είναι το ξεπέρασμα του σκλαβισμού, ο σοσιαλισμός το ξεπέρασμα του φασισμού, αλλά ότι ολόκληρη αυτή η πραγματική αντιφατική οδυνηρή πόρευση ούτε πια πρέπει αν υποταχθεί ούτε πια να εξυγιανθεί, αλλά να εξουδετερωθεί βιολογικά από τους νεοφασίστες ευνούχους του θανάτου όχι με τους ξεπερασμένους χιτλερικού φούρνους αλλά με τον έλεγχο και την χρήση της υδρογονικής κάθαρσης που μας ετοιμάζουν, αποκοιμίζοντας “υλικά” και “πνευματικά” την εξέγερση και την αντιφατική παγίδα υποκειμενικού και βιολογικού θανάτου που το ξεπέρασμά του τώρα όσο ποτέ άλλοτε είναι η συνολική αναγνώριση του άλλου, το μεγάλωμα – όσες “θυσίες” κι αν χρειαστούν -της ανθρώπινης ενδόμυχης σχέσης.

Σταύρος Τορνές

1976

για τον Σταύρο Τορνέ: “Ποιος ήταν ο Σταύρος Τορνές; – ένα κείμενο του Louis Skorecki”

Θόδωρος Αγγελόπουλος: ταξίδι στην αιωνιότητα, στο φως

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

“Το όριο, το τέλος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, τα σύνορα ζωής και θανάτου.
Τα όρια ανάμεσα στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην επικοινωνία.
Αυτή η έννοια του ορίου, του τέλους ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο,
μπαίνει σαν θέμα των συνόρων με την ευρύτερη έννοια,
όχι μόνο τη γεωγραφική αλλά και της ζωής και του θανάτου”

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

“Εγώ δε μπορώ να δω τη ταινία, από τη ταινία κρατάω το ταξίδι, το ταξίδι με τη Καβαφική έννοια”

‎”Ενας θεατής αρκεί για να δικαιώσει μια ταινία. Η συνάντηση δύο βλεμμάτων. Τα υπόλοιπα είναι ιστορίες του ταμείου”

Η οικονομική κρίση

«Η κατάσταση είναι απαίσια, όλα αυτά για τα οποία πολεμήσαμε, δεν ήρθαν ποτέ, η Ευρώπη έγινε ένα όνειρο που γρήγορα κατέρρευσε και δεν βλέπω διέξοδο».

Η Ευρώπη – ένα όνειρο

«Η Ευρώπη ήταν ένα όνειρο που γκρεμίσθηκε πολύ γρήγορα. Δεν είμαστε μόνοι. Σε σοβαρή οικονομική δυσκολία, βρίσκονται και η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και ακόμη και εσείς στην Ιταλία, δεν είστε και τόσο καλά. Ίσως, τελικά, χρεοκόπησε η Ευρώπη»

“Στη δυτική φιλοσοφία δεχόμαστε ότι παρόν και παρελθόν είναι έννοιες ξεχωριστές. Για τους ασιάτες ο χρόνος είναι ενιαίος. Εγώ αισθάνομαι ότι χάνω την έννοια του τι είναι παρελθόν και τι είναι παρόν. Είμαστε ένα όλον, παρελθόν και παρόν. Η Ιστορία δεν είναι ιστορία που έγινε και την ξεχάσαμε, ξανάρχεται με άλλες μορφές. Όταν δεν τη διαβάζουμε σωστά δεν διαβάζουμε σωστά το παρόν. Μπορεί να μιλήσει κανείς γι’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα, χωρίς αυτό να έχει σχέση με ό,τι έγινε χθες ή πολλά χρόνια πριν; Όλα μαζεύονται και γίνονται μια ανάγνωση του σήμερα, που μας βοηθά να πάμε στην επόμενη στιγμή, που είναι το μέλλον”.

Η Ιστορία
“Μέσα στην ταινία υπάρχει η Ιστορία με κεφαλαίο και η ιστορία με μικρό, η ιστορία ενός έρωτα που τελικά μπορεί να είναι πιο δυνατή από τη μεγάλη ιστορία. Την εποχή της πολιτικοποίησης, όταν κοιτάζαμε ψηλά αισθανόμασταν πολιορκητές του ουρανού. Τότε δεν βλέπαμε πόσο η ατομική ιστορία του καθένα μπορεί να επηρεάσει τον κόσμο. Τότε νομίζαμε ότι ήμασταν υποκείμενα της ιστορίας. Τώρα δεν ξέρω αν είμαστε υποκείμενα ή αντικείμενα”.

Το “χειροποίητο σινεμά”
“Στην εποχή του ψηφιακού σινεμά επιμένω στο “χειροποίητο” σινεμά γιατί είναι πείσμα είναι και ανάγκη”.

Η “καταγωγική εικόνα”
“Στα Ζαγοροχώρια, την πρώτη στιγμή που ανακάλυψα το χώρο της αναπαράστασης ήταν μια μέρα βροχερή, όταν η υγρασία είχε μουσκέψει την πέτρα στα σπίτια, υπήρχε μια ελαφριά ομίχλη, οι γυναίκες χάνονταν στα ερείπια και από κάπου ακουγόταν μια γέρικη φωνή να τραγουδά το “Μια κοντούλα λεμονιά”. Δεν απομακρύνθηκα ποτέ από αυτή την εικόνα.

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”
Επί σαράντα χρόνια κάνω αυτό που ονειρεύομαι; να ταξιδεύω κι όταν φτάνω σε ένα λιμάνι να ξεκινάω για το επόμενο. Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι. Όλα γεννιούνται πάνω στο ταξίδι. Η ιδανική θέση είναι πλάι σε κάποιον που οδηγεί, με ανοιχτό το παράθυρο και το τοπίο να φεύγει. Αν δεν μπορούσα να ταξιδεύω θα αισθανόμουν φυλακισμένος. Ανεξάρτητα από αν έχει ή όχι επιτυχία η ταινία, ούτως ή άλλως το ταξίδι είναι κερδισμένο”.

Landscape In the Mist - a film by Theo Angelopoulos


One Important Note:

In Comments section there is an extensive collection of articles and posts about life, work and death of Theo Angelopoulos.

If anybody of the copyright owners minds me publishing it here for the use of Angelopoulos΄ fans, please contact me and I΄ll delete it.

“Κάτι για σένα…” του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

"Τη γεμίζει πουλιά, τέρατα, λουλούδια, αραβουργήματα - απο μια λύσσα να τη κάνει δική της, να μπει μέσα της, να ζήσει μέσα της, να... Αδύνατον." - photo by Nan Goldin

Λέγεται “And Now This”. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που φτάνει στα άκρα απ΄ το πόθο για μια άλλη γυναίκα. Είναι η ομροφιά της που τη θολώνει, η αδιαφορία της, η διαφορά της.

Την απαγάγει, τη κλείνει στο εργαστήριο τατουάζ που δουλεύει, κάτω από μια γεφυρα, της κάνει ενέσεις, και χορταίνει το αναίσθητο σώμα της. Όμως, μέσα στο άψυχο κορμί που αγκαλιάζει, υπάρχει ένα μυαλό που δε δίνει δεκάρα γι’ αυτήν. Τρεις  μέρες τη κρατάει αναίσθητη και τη χτυπάει  με τις βελόνες του τατουάζ.  Γράφει: “Πιέστε εδώ” στη κοιλιά της, “made in England” στη πλάτη της. Τη γεμίζει πουλιά, τέρατα, λουλούδια, αραβουργήματα – απο μια λύσσα να τη κάνει δική της, να μπει μέσα της, να ζήσει μέσα της, να… Αδύνατον. Όταν τελειώνει, εξουθενωμένη το αριστούργημά της τηλεφωνεί στο νοσοκομειακό και την αστυνομία. Θέλει να πεθάνει.

Στο μεταξύ την έχουμε δει να τραβιέται, να φθείρεται απο απολαύσεις μισές. Θέλει να κάνει ένα παιδί, θέλει να μη κάνει έρωτα ευκαιριακά, να μην είναι λεσβία, να μην είναι μόνη, να μην έχει αψιλιές.. Οπότε, πιάνει δουλειά στα τατουάζ του Ντοκ Πότερ και μαθαίνει να χτυπαέι δελφίνια που πηδούν στο μπράτσο των αγγέλων της κόλασης.

Κι έπειτα έρχεται αυτή. Απόλυτα ωραία. Εκτυφλωτική. Μαύρα μαλλιά. Γαλανά μάτια. Άσπρη Rolls-Royce.  Τη βλέπει τυχαία. Και θέλει να τη χαστουκίσει, να τη φιλήσει, να κουβεντιάσει μαζί της, να τη πετάξει στις λάσπες. Λαγνεία; Χαρά; Οργή; Παθος;  Όλα, – και κάτι ακόμα.

Και την απαγάγει – εύκολα, πανεύκολα. Τη φυλακίζει  – όπως τη πεταλούδα ο συλλέκτης. Αλλά είναι αδύνατο να αγαπηθεί από αυτήν. Την εκδικείται χαλώντας το ωραίο της δέρμα. Χαλώντας το αντικείμενο του πόθου της.

Είναι το πιο δυνατό μικρό διήγημα που διάβασα φέτος, “And Now This”. Δημοσιέυται στο περιοδικό “20/20”, με υπογραφή Carl Tighe, και είναι βραβευμένο, το 1988.

Γιατί με συγκινεί τόσο;

Γιατί σε αυτό φαίνεται καθαρά κάτι που επίτηδες πολλοί αποσιωπούν. Η δύναμη του σεξ. Πόσο στενά είναι συσχετισμένο με τις τάξεις. Με την εκδίκηση. Με τον πόνο…

"...φαίνεται επίσης, με φτωχά υλικά, το σεξουαλικό τοπίο που ζούμε. Όλοι κοιμούνται με όλους, όλοι τα κάνουν όλα, και όλοι είναι κατά βάθος αγνοί. Και μόνοι. Και φοβισμένοι..." - photo by Nan Goldin

Φαίνεται επίσης, με φτωχά υλικά, το σεξουαλικό τοπίο που ζούμε. Όλοι κοιμούνται με όλους, όλοι τα κάνουν όλα, και όλοι είναι κατά βάθος αγνοί. Και μόνοι. Και φοβισμένοι.

Φοβούνται τους άντρες, το σεξισμό, τις γυναίκες, τη τρυφερότητα, τον οργασμό, το στόμα που μυρίζει τσιγάρο – ένα νευρωτικό τοπίο, όπου η ασυδοσία είναι εξάδελφος της μοναξιάς, κι ο πόθος κάτι εγκεφαλικό, κάτι μανιακό, που δεν κοιτάει πια τα άλλα σώματα, αλλά το δικό μας, σαν ένα μάτι που έιναι στραμμένο προς τα μέσα μας.

Είναι, αν έχει αξία να το πω, το λογοτεχνικό ανάλογο στις φωτογραφίες της Ναν Γκόλντιν (Nan Goldin).  Είναι η νέα λογοτεχνία, φαινομενικά στεγνή, αντιγκλάμορους, λακωνική, χύμα και κατά βάθος ρομαντική, τόσο που σε κάνει να πονάς, γιατί ο άνθρωπος είναι φτιατμένος έτσι λάθος κι η χημεία των σπλάχνων δεν ξέρει τι θα πει να θέλεις κάτι που δεν μπορείς να το έχεις.

Ναι, συγκινούμαι από τις φωτογραφίες και τα βιβλία αυτών των νέων ονομάτων. Γιατί βαρέθηκα τη κομψότητα. Τις ιδέες. Τα άλλα αντ’ άλλων. Με πείθουν πια αυτοί που μιλάνε για το πόνο στο στομάχι, τη πεζότητα της φαντασίωσης, τη βαρβαρότητα του θέλω.

Απλά πράγματα. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Αυτή είναι η ζωή στο κάτω – κάτω.

Τουλάχιστον η δική μου.

"...γιατί βαρέθηκα τη κομψότητα. Τις ιδέες. Τα άλλα αντ' άλλων. Με πείθουν πια αυτοί που μιλάνε για το πόνο στο στομάχι, τη πεζότητα της φαντασίωσης, τη βαρβαρότητα του θέλω...." - photo by Nan Goldin

- του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου -
εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" - στήλη "Επιλογές"
3 Σεπτεμβρίου 1989

18 Park Street, London

"Ανήμποροι να αντικαταστήσουμε το φόβο με τη συγκίνηση του κυνηγού." - London, 18 Park Street - photo by worldcity, 2009

το κείμενο “18 Park street, London” πρωτοδημοσιεύτηκε
στο La Ivolution II – La Prose du Monde

Ένα ακόμη φωτογράφημα αναιδούς φωτογράφου.
Λονδίνο, 18 Park Street, όπως μαρτυρεί το αποτύπωμα
και ο φακός συλλαμβάνει έναν άνδρα να κάθεται στα σκαλιά μιας εισόδου.
Ιούλιος του ’09 και το φως του πρωινού καθαρό και αποκαλυπτικό.

Το σώμα του ανδρός φαίνεται να  σχηματοποιήθηκε στη φόρμα της σκάλας,
μοιάζει με ένα γλυπτό από ανθρώπινο υλικό.

Τώρα, στην αναθεώρηση της στιγμής εκείνης,
το σώμα
μοιάζει να είναι ακίνητο εις το διηνεκές,
υποταγμένο σε έναν παραμορφωμένο χρόνο.

Ο άνδρας αυτός, υποθέτω ότι,
μπορεί να έμεινε εκεί για πάντα,
να είναι ακόμη εκεί,
στον αριθμό 18 της Park Street.

Μπορεί να αποτελεί πλέον το αναπόσπαστο ένθετο της κλίμακας αυτής
ή μιας κλίμακας κάποιας άλλης παρένθετης πραγματικότητας.

Η αλήθεια έχει χαθεί,
τουλάχιστον στον αριθμό 18 της Park Street.
Ένας άνδρας κάθισε στα σκαλιά της εισόδου
και πιθανολογείται ότι δεν ξανασηκώθηκε ποτέ,
ότι έγινε το γλυπτό ενός άγνωστου γλύπτη.
Ένα φαινομενικά άψυχο ανθρώπινο κουφάρι
που μοιάζει τώρα με ένα χαμένο κείμενο του Μπέκετ.

Σχάση.

Υπό του πρωινού φωτός όπου τα πάντα κατελύθησαν,
όπου οι εικόνες παραμορφώθηκαν,
μια αμβλεία γωνία και τρεις ορθές το σώμα,
στη τρομακτική γεωμετρία του μυαλού.
Ποιος σύγχρονος Ερμής αφαίρεσε τη ψυχή αυτού του ανδρός;
Ποιο ξόρκι δεν έπιασε και πέτρωσε δια παντός;

Λονδίνο, οδός Park Street, αριθμός 18, ένα πρωινό Ιουλίου.
Ένας άνδρας ξαποσταίνει στα σκαλοπάτια της εισόδου,
για να συνεχίσει τη πρωινή του περιπλάνηση
ή άλλως έχει βρει τη πόρτα της εισόδου κλειστή – και περιμένει τι;

Μια εικόνα που αποτελεί παρελθόν ή μια εικόνα από το μέλλον μας;

Όπως κι αν έχει, ο άνδρας αυτός είναι ένας από τους ήρωες των πόλεων.
Ένας από εκείνους που γράφουν την ιστορία των δρόμων και των πλατειών.
Πρόκειται για τους σύγχρονους ήρωες, τους δικούς μας ήρωες,
εκείνους τους αγυάλιστους, κλοσάρ, μοναχικούς και λιγομίλητους, με το διαπεραστικό βλέμμα,
εκείνους που συναντάμε στα σκαλοπάτια εισόδων. Εξόδων.

Είναι οι εν ενεργεία ήρωες πάνω στους οποίους σκοντάφτουμε
ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκαλοπάτια, ανοίγοντας και κλείνοντας πόρτες.

Είναι τα αιφνίδια προσκόμματα, τα πραγματικά κοσμήματα του δρόμου,
τα αφτιασίδωτα και αγυάλιστα, τα πύρινα και αμύριστα.

Τώρα, που ο “χρόνος της όμορφης λεηλασίας έχει πια ποτίσει” τα βλέμματά μας.

Τώρα, που τις λέξεις μας τις παρασέρνει ο αέρας του χειμώνα και τις μουσκεύει η υγρασία.

“Ὁ κριτὴς κρίνεται καὶ σιωπᾷ, ὁ ἀόρατος ὁρᾶται καὶ οὐκ ἐπαισχύνεται,
ὁ ἀκράτητος κρατεῖται καὶ οὐκ ἀγανακτεῖ, ὁ ἀμέτρητος μετρεῖται καὶ οὐκ ἀντιτάσσεται,
ὁ ἀπαθὴς πάσχει καὶ οὐκ ἀνταποδίδωσιν, ὁ ἀθάνατος θνῄσκει καὶ καρτερεῖ,
ὁ ἐν οὐρανοῖς θάπτεται καὶ ὑπομένει·
τί τοῦτο τὸ καινὸν μυστήριον ἢ πάντως διὰ τὸν ἄνθρωπον;”

Στο τρομακτικό και ευθυτενές βλέμμα του ανδρός αυτού,
στην αρχιτεκτονική του πρωινού σώματος του,
αναγνωρίζω το απομεινάρι μιας άγνωστης ιστορίας
που μας αφορά.

Διακρίνω εκείνη την εμμονική χρονική γλυπτική
που ενώ είναι προσανατολισμένη στον θάνατο,
απαιτεί το πορτραίτο του νεκρού
για να εξασφαλίσει τη μαγική επιβίωση του.

Η πόρτα είναι πάντοτε ανοικτή.

– worldcity –

Δεκαετίες

Εδώ είναι οι νέοι μ’ ένα βάρος στους ώμους.

Εδώ είναι οι νέοι, μα που είχαν χαθεί;

Χτυπήσαμε τις πόρτες των πιο σκοτεινών δωματίων της κόλασης.

Σπρωγμένοι στα όρια, συρθήκαμε εντός.

Κοιτάξαμε από ψηλά τις σκηνές που επαναλαμβάνονταν,

είδαμε τους εαυτούς μας έτσι όπως ποτέ δεν τους είχαμε ξαναδεί.

Πορτραίτα τραυμάτων και αποσύνθεσης

οδύνες που ακόμα δεν έχουν σβηστεί.

Μα που είχαν χαθεί; Που είχαν χαθεί;

Κουρασμένοι εντός, οι καρδιές μας χαμένες για πάντα.

Ανήμποροι να αντικαταστήσουμε το φόβο με τη συγκίνηση του κυνηγού.

Οι τελετές αυτές μας έδειξαν την πόρτα για τις περιπλανήσεις μας.

Την πόρτα που ανοίγει και κλείνει

και έπειτα χτυπά στο πρόσωπό μας.

Μα που είχαν χαθεί; Που είχαν χαθεί;

Ian Curtis

Ταφικό μνημείο οικογένειας Appiani - γλύπτης: Demetrio Paernio - Κοιμητήριο Staglieno, Γένοβα-Ιταλία