"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

WAR STORIES

Την κραυγή της Γκουέρνικα δεν την ακούει κανείς

Guernica, a painting by Pablo Picasso - 1937

ένα κείμενο του Κωνσταντίνου Αν. Θέμελη

Γκερνίκα* – 75 χρόνια μετά την καταστροφή της

Η Καστίλλη, η Καταλανία, η Γαλικία και η Ναβάρα, είναι οι τέσσερις μεγάλες κοινότητες οι οποίες αποτελούν την Ισπανία. Η Ναβάρα, είναι η χώρα των Βάσκων, και η Γκουέρνικα η ιερή τους πόλη – το σύμβολο των αγώνων για την αυτονομία τους. Κάτω απ΄το ιερό δέντρο της Γκουέρνικα, οι βασιλιάδες της Ισπανίας ορκίζονται κάθε φορά να σέβονται τις fuerross – τις ελευθερίες των βασκικών περιοχών. Η Γκουέρνικα δεν είναι συγκοινωνιακός κόμβος, ούτε βιομηχανικό κέντρο. Δεν είναι ούτε σημείο συγκέντρωσης στρατευμάτων.

Έχει 7000 κατοίκουςπου είναι όλοι τους άμαχος πληθυσμός. Σήμερα είναι 27 Απριλίου 1937. Είναι μια ανοιξιάτικη Δευτέρα. Και η πόλη έχει πανηγύρι.

Ο εμφύλιος πόλεμος έχει αρχίσει εδώ και εννιά μήνες στην Ισπανία αλλά τα μέτωπά του είναι μακριά. Στην Αραγώνα και στη Μαδρίτη – ενώ στις 13 Φεβρουαρίου οι φασίστες του Φράνκο έχουνε μπει στη Μάλαγα. Όλα είναι λαμπερά στην Γκουέρνικα – είναι μεσημέρι. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που πρόκειται να συμβεί σε λίγες ώρες.

Ένα αρρωστημένο μυαλό

“Οι Κόνδορες είναι το καινούργιο βομβαρδιστικό μα. Στη διάθεσή μας. Είναι έτοιμα να κάνουν την πρώτη τους δοκιμή. Όπου αποφασίσετε εσείς”, είπανε οι φασίστες του Χίτλερ στο δικτάτορα της Ισπανίας.

Όμως κανένας κάτοικος της Γκουέρνικα αυτή τη γιορτινή μέρα δεν φαντάστηκε ότι η πόλη τους ήταν η πρώτη που ήρθε για δοκιμή στο αρρωστημένο του μυαλό.

“Στην Γκουέρνικα”, είπε “εκεί δεν υπάρχει κανένας στρατιωτικός στόχος. Βρίσκονται μόνο άμαχοι και είναι σε κατάσταση γιορτής. Έτσι, θα τσακίσω το ηθικό των Βάσκων που θέλουν αυτονομία”.

Το τι συνέβη εκείνη τη Δευτέρα στην Γκουέρνικα έγινε γνωστό στην παγκόσμια κοινή γνώμη χάρη στην παρουσία δύο δημοσιογράφων. Του ανταποκριτή των “Times” του Λονδίνου και του συναδέλφου του, της παρισινής εφημερίδας “Ce Soir”. Στο φύλλο της 29ης Απριλίου των “Times” και της 30ης της “Ce Soir” περιγράφουν και οι δύο τη φρίκη εκείνης της καταστροφής η οποία υπήρξε ο πρώτος βομβαρδισμός άμαχου πληθυσμού στην Ιστορία.

Στα τέλη του Απρίλη, η άνοιξη έχει κατακτήσει την ψυχή των ανθρώπων, έχει επιβάλει το δικό της ρυθμό στο αίμα τους. Ο ήλιος επιβραδύνει την αποχώρησή τουκαι στις πέντε παρά είκοσι, το απόγευμα, είναι αρκετά ψηλά. Σηκώνεις το κεφάλι σου να απολαύσεις το γαλάζιο του ουρανού μέσα στους ήχους της γιορτής.

Τότε ήταν που φάνηκε το πρώτο βομβαρδιστικό. Άφησε τις βόμβες του και έφυγε αμέσως. Πριν προλάβουν να συνέλθουν οι άνθρωποι από τον αιφνιδιασμό – δέκα λεπτά αργότερα –  έξι Junker 52 χτύπησαν το κέντρο της πόλης. Πανικόβλητοι οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν στα υπόγεια, τα πρόχειρα καταφύγια και το βουνό. Αυτούς τους τελευταίους τους ανέλαβαν τα πολυβόλα τους.

Όταν, επιτέλους, τα αεροπλάνα έφυγαν, οι επιζώντες άρχισαν να αναζητούν τραυματίες για να τους προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.

Αλλά τα αεροπλάνα επέστρεψαν για τρίτη φορά, ρίχνοντας εμπρηστικές βόμβες τώρα.

Έξι παρά είκοσι – μια ώρα μετά: η σιωπή σκεπάζει την Γκουέρνικα. Οι άνθρωποι χωρίς να βγάζουν λέξη, βουβοί μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής μοχθούν να περισώσουν ζωές.

Αλλά στα αυτιά του αρρωστημένου μυαλού δεν φτάνει ακόμη η σιωπή που αυτός θα ήθελε να καλύψει την Γκουέρνικα – η σιωπή του νεκροταφείου. Γι’ αυτό και τα βομβαρδιστικά επιστρέφουν.

Η απελπισία είναι τέτοια που κανείς δεν φροντίζει να προφυλαχθεί. Η πόλη καίγεται αλλά τη φωτιά κανείς δεν μπορεί να τη σβήσει – το δίκτυο του νερού έχει διακοπεί. Άλλωστε τα βομβαρδιστικά θα ξανάρθουν. Για πέμπτη φορά μέσα σε τρεις ώρες. Έχει αρχίσει να νυχτώνει και η πόλη που έλαμπε το μεσημέρι, δεν φαίνεται πια στον χάρτη.

Πάνω σ’ αυτόν το χάρτηείανι που κοιτάζει τώρα ένας ζωγράφος στο Παρίσι, και δεν τη βρίσκει. Μόνο ακούει μια ιδιαίτερη σιωπή, που θα του τρυπήσει τα σπλάχνα και λίγες μέρες αργότερα θα βγάλει μια κραυγή.

Ένας ζωγράφος σε κατάσταση αναμονής

Η Διεθνής Ένωση Ζωγραφικής του Παρισιού θα άνοιγε στο τέλος εκείνης της άνοιξης του 1937. Τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση του Φράνκο ανέθεσε στον Πικάσο να ζωγραφίσει έναν πίνακα, ο οποίος θα αποτελούσε τη συμμετοχή της Ισπανίας στην έκθεση.

Ο Πικάσο δέχτηκε. Άρπαξε την ευκαιρία, παρ’ όλο που περνούσε μια ταραγμένη περίοδο της ζωής του. Ήταν 56 χρονών, είχε χωρίσει με τη γυναίκα του, Όλγα Κόκλοβα το 1935, ενώ είχε γεννηθεί η κόρη του Μάγια από το δεσμό του με τη Μαρία Τερέζα Βαλτέρ.

Στη ζωγραφική του, τα τέσσερα τελευταία χρόνια επεξεργάζεται την ιδέα του Μινώταυρου, τον οποίο τον τοποθετεί μέσα στο πλαίσιο μιας μεσογειακής μυθολογίας που θέλει να δημιουργήσει. Μινώταυρος θα είναι ο ίδιος ο Πικάσο.

Ωστόσο δέχτηκε.

Βρήκε το θέμα και τον τίτλο: “Όνειρο και ψεύδος του Φράνκο” και στις 8 Ιανουαρίου έφτιαξε μια σειρά από χαρακτικά που περιγράφουν μια ιστορία. Κεντρική μορφή τους ο Ταύρος. Την ίδια μέρα άρχισε και μια άλλη σειρά από χαρακτικά κάνοντας το πρώτο απ’ αυτά. Την άλλη μέρα έφτιαξε άλλα δύο.

Έπειτα σταμάτησε. Πέρασε ο Ιανουάριος, ο Φεβρουάριος επίσης. Το Μάρτιο και σχεδόν ολόκληρο τον Απρίλιο, ο Πικάσο δεν ξανάπιασε σχεδόν το έργο που του είχανε παραγγείλει. Λε και κάτι περίμενε.

Κι εκείνο ήρθε μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας “Ce Soir”, στις 30 Απριλίου. Κοίταξε στο χάρτη της πατρίδας του και δεν είδε την Γκουέρνικα.

Κι έβγαλε μια κραυγή.

Την πρώτη Μαίου άρχισε να κάνει τις πρώτες σπουδές πάνω στο καινούργιο του θέμα, τα πρώτα σχέδια. Η συμμετοχή της Ισπανίας στη Διεθνή Έκθεση θα ήταν αυτή: ένας μποξέρ με ολοκαίνουργια γάντια χτυπάει ένα παιδί.

“Όταν τα πράγματα φτάνουν ως εδώ, τα καλλιτεχνικά κίνητρα που χρειάζομαι για να ζωγραφίσω μπορούν να περιμένουν. Προέχει η ηθική”.

Το βαθύ τραγούδι του Πικάσο

Συνέχισε τις σπουδές του θέματός του ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο. Στη σπουδή 15, που έγινε στις 9 Μαίου, φαίνεται πως είχε τοποθετήσει ήδη τα δύο ζώα, τον ταύρο και το άλογο ως κεντρικά στην αναπαράσταση που ετοιμάζει. Τα δύο αυτά ζώα – που είναι τα πιο οικεία στην Ισπανία – και η μεταξύ τους σχέση θα παραμείνουν παρ’ όλα όσα θα αλλάξουν στη πορεία.

Από τις σπουδές του πέρασε σ’ ένα τεράστιο σχέδιο φτιαγμένο με πινέλο. Στις φωτογραφίες που έβγαλε η Ντόρα Μάαρ στη διάρκεια της δουλειάς του ως εκείνη τη στιγμή, μπορεί να δει κανείς πως ο Πικάσο σκόπευε να περιλάβει στη σύνθεση του πίνακα μια υψωμένη γροθιά. Αργότερα την αφαίρεσε. Στο τελικό έργο δεν υπάρχει.

Κι έτσι, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης μέσα του, ο πίνακας ενσάρκωσε αυτό που βγήκε από τα σπλάχνα του Πικάσο όταν είδε τον μποξέρ να χτυπάει ένα παιδί: την κραυγή του.

Κοιτάξτε τη γιγάντια τοιχογραφία. Η κραυγή βγαίνει απ’ όλες τις μορφές της. Εκτός από τον Ταύρο.

Είναι η ίδια κραυγή που βγαίνει με τους ήχους του Cante Jondo που είναι το βαθύ χαμόγελο της Ανδαλουσάς. Ο Πικάσο ήταν Ανδαλουσιανός, γεννήθηκε στη Μάλαγα. Όλες οι μορφές θρηνούν μέσα στην απελπισία. Μόνο ο Ταύρος, παγερός, αποστρέφει το πρόσωπο του απ’ αυτές. Κοιτάζει έξω από τον πίνακα. Εκεί που βρίσκονται τα αεροπλάνα.

Η κραυγή βγαίνει απ’ όλες τις μορφές της, και λέει: “Στερείστε Ηθικής”.

Απευθύνεται σε όλους όσοι είναι έξω από την τοιχογραφία. Δηλαδή σε εμάς.

κείμενο του Κωνσταντίνου Αν. Θέμελη

* Στην Εουσκέρα, τη γλώσσα των Βάσκων, η προφορά της λέξης Γκουέρνικα είναι “Γκερνίκα”.


I Cried Tears For Dresden

I Cried Tears For Dresden
February 13, 1997


Though I never knew them, though they died months before I was born, I can not help but to still feel the pain of those innocent people of Dresden who suffered so unjustly, unfairly, and totally without fault February 13, 1945. They make me think of abused children suffering for something that they do not understand. Abused children in a small way share with those now departed souls of Dresden the total unjustness of this world. Innocent people would not in a fair world, a decent world, be made to suffer.

They died this night. So many of them. Bombs raining down upon their heads like manna from hell -the heads of defenseless women and children for the most part. Babies in their cribs. Sobbing children in their mothers arms. Little girls without blemish, little boys full of anticipation at the excitement life promised them. The girls became blemished heaps of burnt flesh. The promise was broken by life to the boys. There would be no future for them.

Even now, across time, distance, culture, language, and ocean, I hear their cries. Ten thousand per second raising their helpless, tortured voices for mercy. No mercy. No relief. Only painful death from planes with United States written on them.

Why did my father’s generation do this? How could they kill all these people – then not know about it?

My father a decorated, battle field commissioned, combat hardened infantry veteran of Roosevelt’s army, told me as I lay at his feet as a small child listening that “Hitler was bad but the German people were good.” The Germans were “very smart” they just had a bad leader he said. He was proud of his role as a soldier in defeating Germany. And if soldiers are without responsibilities for their role in history then he had more right then many to be proud of his many decorations.

Then in 1984 after discovering the horrible truth about Dresden I spoke to my father about it. I told him more people were killed there in a single night of fire and bombing then in England during the entire war. He said “that is a lie.” He refused to believe me. I stressed to him that they were innocent people. He became angry with me. I asked him why they were killed. His anger boiled over and he said I was believing Nazi propaganda. I said to him “there are no Nazi’s daddy you killed them all, there are only people who study history” while pulling an Encyclopedia Americana from the shelf. The encyclopedia while only admitting to a numerical fraction of the dead at Dresden was yet sufficient to exceed England’s total bombing dead.

“These were refugees fleeing the communists” I said, becoming angry myself. “Why did Roosevelt order it done?” I demanded of him.

He read it and became silent. He read it again while running his fingers along the words carefully touching the numbers as if to make sure they were there and real. It then dawned on me. He did not know! He had lived through this time and because of a constant flood of propaganda from America’s news media this horrible war crime and others like it had been kept from him.

I could see this troubled him, for it was from him that I acquired the proclivity of taking up the fight for the down trodden, those abused unfairly. He was a kind man and would have never knowingly participated in such cruelty. I left for home then feeling sorry for Dad. I left him to think in peace. My anger at his being a part of those who did this horrible thing abated.

I swear I will not forget the crime against innocent people at Dresden. I will not forget who is responsible. I will not forget! I am but one small life. One dim light in a world covered with the darkness of cruel machinations by evil men. But this little light of mine, I will let it shine! For only by doing so do I serve my reason for existence, for life, for eternity.

I read as a young person that “all that is necessary for evil to triumph is for good men to do nothing.” Those words became a part of my soul, my life. Love is put to the test when one takes on the suffering of others – when one becomes a voice against evil for those who have none, a target of abuse for doing nothing but standing for justice.

There is no reward save knowing you have done that which is right. And there is hope. Hope that others will make the light that truth is a part of their life, their existence, so that together we become a bright ray for the future. A light unto the feet of all our fellow men who stumble.

In distant Dresden park they lie in their graves now. Rest my unknown friends, you downtrodden and despised of this world. Though we could not speak the same language if we stood before each other, though I never knew your names, and while your faces I can only imagine, you are my departed loved ones. My heart beats for yours. My mind remembers for yours. My tears for yours…

http://www.christusrex.org/www1/war/dresden3.html

A Previously Unpublished (in toto) Essay By Louis Beam 2/13/97

Dresden: Memento mori

ΔΡΕΣΔΗ: Θυσία στο Παράλογο

DRESDEN: Sacrifice to the Irrational

Η Δρέσδη,

πρωτεύουσα της Σαξονίας,πριν την καταστροφή της,

αποτελούσε μια πόλη – κόσμημα της Ευρώπης.

Μια πόλη – ανοιχτό μουσείο.

Στις 13 και 14 Φεβρουαρίου 1945

η Δρέσδη ισοπεδώθηκε από τους Δυτικούς Συμμάχους.

H RAF χρησιμοποίησε

770 αεροπλάνα Lancaster την πρώτη ημέρα,

και 311 βομβαρδιστικά Β-12 την δεύτερη ημέρα.

Μετά το διήμερο μακελειό, επέδραμαν οι Αμερικάνοι,

συμβάλλοντας σε ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα στην Ιστορία.

Την επομένη των βομβαρδισμών

αεροπλάνα Mustang πετούσαν σε χαμηλό ύψος πάνω από την πόλη,

κυνηγούσαν και σκότωναν τους επιζήσαντες στην πόλη – φάντασμα.

Συνολικά η Δρέσδη δέχθηκε πάνω από 3700 τόνους από βόμβες.

Πάνω από 70 % από αυτές τις βόμβες ήταν εμπρηστικές…

“Η Δρέσδη μετατράπηκε σε έναν τεράστιο κλίβανο όπου στο εσωτερικό του λυσσομανούσε μία πύρινη λαίλαπα ταχύτητας 250 km/h η οποία σάρωνε ολόκληρα κτίρια μέσα σε δευτερόλεπτα. Η ερυθροπυρωμένη άσφαλτος έλιωνε και όσοι έτρεχαν αλλόφρονες επάνω της φλέγονταν από τα πόδια προς τα πάνω. Μέσα στην πύρινη κόλαση πολλοί πίστεψαν ότι η μόνη σωτηρία από την απανθράκωση θα ήταν ο ποταμός Έλβας που διέτρεχε την πόλη. Αλλά όσοι έπεφταν στον ποταμό διαπίστωναν αμέσως ότι ο φώσφορος των εμπρηστικών βομβών εξακολουθούσε να αναφλέγεται ακόμη και στην επιφάνεια του νερού. Μόλις σήκωναν τα κεφάλια τους για μία ανάσα αέρα, τα μαλλιά τους έπαιρναν φωτιά.


Η πόλη καιγόταν επί επτά ημέρες και οκτώ νύχτες. Ο πληθυσμός ο οποίος απέμεινε ζωντανός αδυνατούσε να θάψει όλα τα πτώματα. Αποφασίσθηκε ο αποκλεισμός της πόλης και η καύση των πτωμάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πανώλης. Οι στρατιώτες άνοιγαν λάκκους θάβοντας κομμάτια από καμένες σάρκες. Πολλοί δεν άντεχαν και γονάτιζαν απελπισμένοι κλαίγοντας με λυγμούς. Μερικοί γονείς μάζευαν τα κομμάτια από τα κορμιά των παιδιών τους μόνο και μόνο για να μην μετατραπούν σε βορά των αρουραίων. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά οι υπολογισμοί μιλούν για 135.000.
Η Δρέσδη υπήρξε ο πρώτος βομβαρδισμός του πολέμου ο οποίος προκάλεσε την διεθνή κατακραυγή. Ο Τσώρτσιλ φρόντισε γρήγορα να κρατήσει αποστάσεις από την ανάμιξή του στην απόφαση του βομβαρδισμού, εκδίδοντας μάλιστα και ένα υπόμνημα στο οποίο κατέκρινε την καταστροφή της Δρέσδης, απαιτώντας «…μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων σε στόχους στρατιωτικής σημασίας»!! “‘

Η καταστροφή της Δρέσδης,

την χρονική στιγμή που έγινε

δεν είχε καμία στρατηγική αξία για την όλη πορεία των εξελίξεων του πολέμου.

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Έγκλημα χωρίς δίκη.

Σε 2 μέρες

κάηκαν ζωντανοί περίπου 130.000 έως 250.00 άμαχοι

– καταστροφή που την φρίκη της έμελλε να την ξεπεράσει,

λίγους μήνες αργότερα,

μόνο η καταστροφή της Χιροσίμα και της Ναγκασάκι.

Sir Winston Leonard Spencer-Churchill: ο εμπνευστής της καταστροφής

(Ο Τσόρτσιλ μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας:

“Σας υπόσχομαι ιδρώτα, δάκρυα, λύπη και αίμα”)

Απόσπασμα από ένα εσωτερικό έγγραφο της RAF, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του ’45,

λίγες μέρες πριν το ΠΑΡΑΛΟΓΟ:

“Dresden, the seventh largest city in Germany and not much smaller than Manchester, is also far the largest unbombed built-up the enemy has got. In the midst of winter with refugees pouring westwards and troops to be rested, roofs are at a premium. The intentions of the attack are to hit the enemy where he will feel it most, behind an already partially collapsed front, to prevent the use of the city in the way of further advance, and incidentally to show the Russians when they arrive what Bomber Command can do.”

————-

———————–

Dresden: a Crime Without Trial

WE WILL NEVER FORGET

ΔΡΕΣΔΗ: Ένα Έγκλημα χωρίς Δίκη

Δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ

——————————————

worldcity

worldcity_wordpress@yahoo.com

https://worldcity.wordpress.com