"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Θόδωρος Αγγελόπουλος: ταξίδι στην αιωνιότητα, στο φως

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

“Το όριο, το τέλος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, τα σύνορα ζωής και θανάτου.
Τα όρια ανάμεσα στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην επικοινωνία.
Αυτή η έννοια του ορίου, του τέλους ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο,
μπαίνει σαν θέμα των συνόρων με την ευρύτερη έννοια,
όχι μόνο τη γεωγραφική αλλά και της ζωής και του θανάτου”

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

“Εγώ δε μπορώ να δω τη ταινία, από τη ταινία κρατάω το ταξίδι, το ταξίδι με τη Καβαφική έννοια”

‎”Ενας θεατής αρκεί για να δικαιώσει μια ταινία. Η συνάντηση δύο βλεμμάτων. Τα υπόλοιπα είναι ιστορίες του ταμείου”

Η οικονομική κρίση

«Η κατάσταση είναι απαίσια, όλα αυτά για τα οποία πολεμήσαμε, δεν ήρθαν ποτέ, η Ευρώπη έγινε ένα όνειρο που γρήγορα κατέρρευσε και δεν βλέπω διέξοδο».

Η Ευρώπη – ένα όνειρο

«Η Ευρώπη ήταν ένα όνειρο που γκρεμίσθηκε πολύ γρήγορα. Δεν είμαστε μόνοι. Σε σοβαρή οικονομική δυσκολία, βρίσκονται και η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και ακόμη και εσείς στην Ιταλία, δεν είστε και τόσο καλά. Ίσως, τελικά, χρεοκόπησε η Ευρώπη»

“Στη δυτική φιλοσοφία δεχόμαστε ότι παρόν και παρελθόν είναι έννοιες ξεχωριστές. Για τους ασιάτες ο χρόνος είναι ενιαίος. Εγώ αισθάνομαι ότι χάνω την έννοια του τι είναι παρελθόν και τι είναι παρόν. Είμαστε ένα όλον, παρελθόν και παρόν. Η Ιστορία δεν είναι ιστορία που έγινε και την ξεχάσαμε, ξανάρχεται με άλλες μορφές. Όταν δεν τη διαβάζουμε σωστά δεν διαβάζουμε σωστά το παρόν. Μπορεί να μιλήσει κανείς γι’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα, χωρίς αυτό να έχει σχέση με ό,τι έγινε χθες ή πολλά χρόνια πριν; Όλα μαζεύονται και γίνονται μια ανάγνωση του σήμερα, που μας βοηθά να πάμε στην επόμενη στιγμή, που είναι το μέλλον”.

Η Ιστορία
“Μέσα στην ταινία υπάρχει η Ιστορία με κεφαλαίο και η ιστορία με μικρό, η ιστορία ενός έρωτα που τελικά μπορεί να είναι πιο δυνατή από τη μεγάλη ιστορία. Την εποχή της πολιτικοποίησης, όταν κοιτάζαμε ψηλά αισθανόμασταν πολιορκητές του ουρανού. Τότε δεν βλέπαμε πόσο η ατομική ιστορία του καθένα μπορεί να επηρεάσει τον κόσμο. Τότε νομίζαμε ότι ήμασταν υποκείμενα της ιστορίας. Τώρα δεν ξέρω αν είμαστε υποκείμενα ή αντικείμενα”.

Το “χειροποίητο σινεμά”
“Στην εποχή του ψηφιακού σινεμά επιμένω στο “χειροποίητο” σινεμά γιατί είναι πείσμα είναι και ανάγκη”.

Η “καταγωγική εικόνα”
“Στα Ζαγοροχώρια, την πρώτη στιγμή που ανακάλυψα το χώρο της αναπαράστασης ήταν μια μέρα βροχερή, όταν η υγρασία είχε μουσκέψει την πέτρα στα σπίτια, υπήρχε μια ελαφριά ομίχλη, οι γυναίκες χάνονταν στα ερείπια και από κάπου ακουγόταν μια γέρικη φωνή να τραγουδά το “Μια κοντούλα λεμονιά”. Δεν απομακρύνθηκα ποτέ από αυτή την εικόνα.

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”
Επί σαράντα χρόνια κάνω αυτό που ονειρεύομαι; να ταξιδεύω κι όταν φτάνω σε ένα λιμάνι να ξεκινάω για το επόμενο. Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι. Όλα γεννιούνται πάνω στο ταξίδι. Η ιδανική θέση είναι πλάι σε κάποιον που οδηγεί, με ανοιχτό το παράθυρο και το τοπίο να φεύγει. Αν δεν μπορούσα να ταξιδεύω θα αισθανόμουν φυλακισμένος. Ανεξάρτητα από αν έχει ή όχι επιτυχία η ταινία, ούτως ή άλλως το ταξίδι είναι κερδισμένο”.

Landscape In the Mist - a film by Theo Angelopoulos


One Important Note:

In Comments section there is an extensive collection of articles and posts about life, work and death of Theo Angelopoulos.

If anybody of the copyright owners minds me publishing it here for the use of Angelopoulos΄ fans, please contact me and I΄ll delete it.

144 responses

  1. The Guardian

    Theo Angelopoulos: The Travelling Players

    The Guardian, Thursday 15 June 2000 11.52 BST

    Of the few great directors who are still with us, Theo Angelopoulos, born in Athens in 1936, is probably the least known. The reasons are obvious. He is a film-maker who refuses compromise. The slow pace and austere style of his work are utterly against current trends, and the content is invariably as formidably intellectual as it is emotional and poetic. He is, to put it bluntly, not everybody’s idea of a good night out. At his best, however, he is unquestionably a master. And only the fact that he so obviously knows it renders that fact unsympathetic.

    The Travelling Players (O Thiassos)
    Production year: 1975
    Country: Rest of the world
    Cert (UK): 15
    Runtime: 230 mins
    Directors: Theo Angelopoulos
    Cast: Aliki Geogouli, Aliki Georgouli, Eva Kotamanidou, Maria Vassilou, Stratos Pahis
    More on this film
    Now finally invested with the Palme d’Or at Cannes – a prize he has coveted for years, even to the extent of making a churlish speech when he was offered the runner’s-up award – Angelopoulos seems content to allow history to judge his work. It will certainly judge The Travelling Players (O Thiassos) a classic.

    It was filmed in Greece in 1974, at no small risk, under the hard-line rule of the Greek colonels’ junta. Why the military police who watched its progress allowed it to be completed is a mystery, since the film clearly examines the turbulent history of its country of origin from a radical Brechtian point of view. Perhaps the colonels’ men thought that this story of a troupe of itinerant actors touring Golfo the Shepherdess, a pastoral folk drama set to music and song, was harmless enough. But it wasn’t, since the period in which it is set (1939 to 1952) warmed the seeds of their masters’ military coup.

    Almost four hours long, The Travelling Players has its actors first watch and then get caught up in the political events of the period, so that even the play changes its emphasis. As they progress through the often rainy and wintry provincial Greece in which Angelopoulos usually prefers to shoot, the sequences become longer and longer and the pace seldom changes. The whole film is accomplished in around 80 shots.

    But despite that, and even though no one but a Greek can understand all the political, historical and mythic allusions, it is a fascinating progress, enlivened by Yorgos Arvanitis’s often luminous photography, Loukianos Kilaidonis’s throbbing music, including songs and dances adapted from folk sources, and performances that seem utterly truthful.

    How does Angelopoulos achieve this magic? It is partly the utter conviction with which he steers his work towards an inner as well as an outward relevance. But take a look, if you want to see how he manages individual sequences, at the closing passage of this film, when one of the actors is executed for sedition and his fellow performers raise their hands above their heads to applaud his life at the graveside. Nothing could be done more simply – though in most successful simplicity there is a great deal of artfulness. But the sequence, perhaps because of all that has gone before, is far more moving than the myriad funeral scenes in movies manage to be. It has a grace that is almost totally absent from most of today’s cinema.

    In many ways Angelopoulos has been lucky. As the outstanding Greek director, he has had his every whim granted over the last half of his career by the cultural wing of the country’s government. And he is clearly a difficult man to satisfy. But he has forged a unique if often pessimistic style through which to examine as minutely as he can his own country and countrymen. If you were to see all his dozen or so films, you would have not only a much greater appreciation of Greek and Balkan conflicts, but a larger view of the inner turmoil of individuals whose lives have been altered by them.

    January 29, 2012 at 02:30

  2. International Film Festival

    http://www.filmfestival.gr/2000/aggelopoulos_bio_uk.html

    VOYAGES AND LANDSCAPES OF THEO ANGELOPOULOS
    The Jewel of Perdition

    Theo Angelopoulos is a strange, solitary and uniquely modern filmmaker. Originally part of the so-called “Paris group”, which was at the core of reaction in the sixties against traditional cinema, he soon moved away on his own to trace a brilliant course across the cinematic firmament, carving for himself an important niche among the great directors of the past century.

    This film director, whose Greekness has at times been doubted, has a deep and mystic relation with Greece. In spite of having been born and raised in Athens, he travelled a great deal looking for that other Greece of ruined and abandoned villages in the mountains, dragging out of the ruins of past memories, lives buried in neglect. He searched the Greek countryside with passion, to give a clear and perceptive image of Greek reality.

    Greece, the inexhaustible homeland, is not only a geographical site for Angelopoulos. It is the incarnation of his spiritual anxieties and searchings and, by extension, his artistic expression. The Greece of today and the Greece of yesterday melt into a constant present in the same way that various cultural elements find a form of expression through his pioneering techniques. With his first effort, The Broadcast, he rediscovered in the lively atmosphere of Athens the “cinema-direct” he had learnt so well in Paris, while with Reconstitution, he moved on to his own film language, taking a dive into realism. He rebuilt, with a sense of freedom and originality, the reality of continental Greece, so much so that this film became a landmark in the history of Greek cinema and the beginning of its rebirth.
    Starting from a pre-existent geographical reality, Angelopoulos produced a new one which entered the realm of fantasy. To this concept of his we owe scenes like the one in which the actors chase a chicken in the absolute whiteness of a snowy background in The Travelling Players; or the make-believe football game and the boat voyage of left-wingers in The Hunters; or the bride trying to catch a bird flying in the festive hall in The Beekeeper; and the Greek-Albanian border and the bus in Eternity and a Day.
    In spite of all this, even if on the outside his films are voyages in Greece and a little beyond its borders, in fact they depict voyages in time. Since this is not easy to show in pictures, he extends the pictorial image beyond that of a simple reproduction. The filming techniques with great panoramic and travelling shots give a dynamic quality to the movement. With the external movement there is a corresponding internal movement. The camera’s travels within the landscape are the equivalent of travels within an internal landscape. For Angelopoulos, the limits between the two dimensions prove to be fluid, like time in his pictures. Space and time are the two basic constituents of his cinematic art.
    The “long pauses”, a characteristic that dates back to The Broadcast, developed into a stylistic rule that peaked in terms of Angelopoulos’s aesthetic sense in 1975’s The Travelling Players. In this film, with transportation and mythology as vehicles, Angelopoulos made a journey into the recent history of Greece, where his suggestive narrative extends to the politically and socially troubled 70s. The technical and structural characteristics of the work, such as the use of sequence-scenes, the theatrical cutting of his scenes, or the theory of Brechtian distancing, are the elements which allow him to interpret cinematic realism on new terms, to “invent” a cinematic style and to formulate a new trend in creating a spectacle.
    The work of Angelopoulos is a work in progress. His films do not end in a definitive sense. He recycles and recreates his materials and his themes. His self-referentialism reveals his conviction that things do not change; only seasons change and the way we look at them. In this spirit he entered the 80s where great changes were in the offing. The end of the collective dream and the fall of the ideologies, which Angelopoulos treats in Alexander the Great, postpones any immediate contemplation of history.
    He uses the certainty of the medium he knows so well, to encompass his personal dream and lets background history burden and torture his disillusioned heroes. The change of theme does not necessarily imply a change of technique with Angelopoulos. He remains faithful to his style and to his options. He continues to lure us to the familiar and fluid places and times of his mythology, and he will continue to move events outside their frame. His signature, more poetic than ever, but steadily incompatible with current trends, will not for a single moment prove retrogressive.
    Angelopoulos is one of the few creative artist who manage to capture the pulse of life and of events, bear unerring witness to his times and be in advance of his times. In The Suspended Step of the Stork and in Ulysses’ Gaze he showed how art can look farther than politics. The collapse of the socialist dream, the estrangement from life and the loss of values – burning problems of the times, were his main themes in recent years. The political instability which shook the Balkans where, instead of inspiration and vision, people suffered exile, refugee camps and insecurity, led Angelopoulos to a more and more esoteric cinema. The countries lying between borders belong to the realm of a dream, situated on the other side of lastingness and on the same side as its dissolution. Perhaps the tongue has lost its ability to define this cross-border zone, but the lens of Angelopoulos has perceived it, since he can always aim at the centre of the jewel of perdition, to stir up inertia and to envision a new utopia.

    Irene Stathi

    TAΞIΔIA KAI TOΠIA TOY ΘOΔΩPOY AΓΓEΛOΠOYΛOY
    Mια μοναδική περιπλάνηση στην ιστορία και στον μύθο, παρουσιάζει φέτος το Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης με το αφιέρωμα στον Θόδωρο Aγγελόπουλο, τον πιο καταξιωμένο έλληνα σκηνοθέτη που σηματοδότησε με την παρουσία του τον νεώτερο ελληνικό και ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Tαινίες μεγάλου μήκους, ταινίες μικρού μήκους, making of και ανέκδοτο υλικό συνθέτουν την ολοκληρωμένη εικόνα τριάντα χρόνων ταξιδιού.

    Tη δημιουργική αυτή πορεία, καταγράφει και αναλύει το Διεθνές Συμπόσιο “BΛΈΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ KΌΣΜΟ ΤΟΥ ΘΌΔΩΡΟΥ AΓΓΕΛΌΠΟΥΛΟΥ” το οποίο αφιερώνεται στην μνήμη του επιστήθιου φίλου και ένθερμου υποστηρικτή του έργου του, Bασίλη Pαφαηλίδη. Tις δυο του ενότητες: “Aπό το Mύθο στην Iστορία” και “Tο Tέλος των Iδεολογιών και η Aνίχνευση μιας Nέας Oυτοπίας” αναπτύσσουν κορυφαίοι έλληνες και ξένοι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, ιστορικοί και θεωρητικοί του κινηματογράφου (Eπιστημονική Eπιμέλεια: Eιρήνη Στάθη). Tο αφιέρωμα στον πολυβραβευμένο έλληνα σκηνοθέτη περιλαμβάνει επίσης: δύο συναυλίες της Eλένης Kαραϊνδρου στο Mέγαρο Mουσικής Θεσσαλονίκης, έκθεση σκηνικών και κοστουμιών των Mικέ Kαραπιπέρη, Γιώργου Πάτσα και Γιώργου Zιάκα, αφιερωμένη στην μνήμη του Mικέ Kαραπιπέρη (επιμέλεια: Γιώργος Zιάκας) από τις ταινίες του, έκθεση αφισσών από την προβολή των ταινιών του σ’ όλο τον κόσμο και έκθεση φωτογραφίας των Nίκου Παναγιωτόπουλου και Δημήτρη Σοφικίτη (επιμέλεια: Δημήτρης Σοφικίτης).

    Aπό την Eκπομπή μέχρι την Aιωνιότητα, από τον νεορεαλισμό μέχρι την ποίηση, στα όρια της ιστορικής πραγματικότητας και της ατομικής αλήθειας ο Θόδωρος Aγγελόπουλος, προχωρά τον δικό του δρόμο γεμάτο βραβεία, διακρίσεις αλλά και αμφισβήτηση. Iππότης και Aξιωματούχος του Tάγματος Γραμμάτων και Tεχνών του Γαλλικού Kράτους, Eπίτιμος διδάκτωρ του πανεπιστημίου των Bρυξελλών, παρασημοφορημένος με το παράσημο του Iππότη της Λεγεώνας της Tιμής, ο Θόδωρος Aγγελόπουλος, είναι, αναμφίβολα, ο έλληνας σκηνοθέτης με την μεγαλύτερη διεθνή αποδοχή, ο πιο πολυσυζητημένος δημιουργός της κινηματογραφικής μας ιστορίας. Oι ταινίες του προβάλλονται σε όλο τον κόσμο και προκαλούν το παγκόσμιο ενδιαφέρον ενώ το έργο του αποτελεί σταθερά αντικείμενο μελετών, συγγραμμάτων , αναλύσεων και αφιερωμάτων.

    Σε μια εποχή κομφορμισμού και ευκολίας των εκφραστικών μέσων, ο Aγγελόπουλος στέκεται ως ένας από τους τελευταίους και πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του μοντερνισμού στον κινηματογράφο. Eμπνέεται από τα αρχαία ελληνικά κείμενα τα οποία μεταλλάσσει και προεκτείνει σε μια σύγχρονη αλλά και διαχρονική θεματολογία. Iσορροπεί ανάμεσα στην ιστορική παράδοση και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, βασισμένος στις δύο μεγάλες θεματικές που επανέρχονται σε όλο του μήκος του έργου του: ιστορία-εξουσία και ταξίδι-εξορία.

    Θόδωρος Αγγελόπουλος

    January 29, 2012 at 02:37

  3. SILENTCROSSING’S BLOG

    Βραδύτητα

    Ιανουαρίου 27, 2012

    http://silentcrossing.wordpress.com/2012/01/27/%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b4%cf%8d%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1/

    «Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας;
    Α, πού πήγαν οι παλιοί αργόσχολοι;
    Πού είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών,
    αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο;
    Άραγε χάθηκαν μαζί με τους χωματόδρομους,
    μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;
    Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά:
    κοιτάζουν τα παράθυρα του καλού Θεού.
    Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται, είναι ευτυχής…»
    Μ.Κ.
    .
    Πρώτη φορά στη ζωή μου ο θάνατος μου φαίνεται τόσο ακατανόητος, όχι γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την τελεσιδικία του, αλλά γιατί ήταν ένας θάνατος καθόλου αντάξιος της ζωής και του έργου ενός ποιητή. Δεν είναι τόσο που λυπάμαι γιατί τη λύπη δεν θα μου την επέτρεπε ούτε ο ίδιος-και οι δικοί του ήρωες του υπέφεραν, βασανίζονταν, ποτέ όμως δεν έσκυβαν το κεφάλι, δεν σε άφηναν ποτέ να τους συμπονέσεις, μόνο να σκεφτείς. Είμαι όμως θυμωμένος. Όχι μόνο γιατί πέθανε ο σκηνοθέτης που αγάπησα όσο κανένας άλλος, αλλά γιατί η ανακοίνωση του θανάτου προκάλεσε ένα ακατάσχετο οχετό που κόντεψε να με πνίξει απ’ τη δυσωδία. Σκέφτομαι πάλι πως πάντα υπήρχαν δύο Ελλάδες. Από τη μία η Ελλάδα της δημιουργίας, της ποίησης, του διαρκώς κατατρεγμένου και περιφερόμενου θιάσου των ηρώων του Αγγελόπουλου που, επειδή έχουν επίγνωση της ιστορίας και κουβαλούν στην πλάτη τους τάφους προγόνων, έχουν βλέμμα βαρύ. Και από την άλλη η Ελλάδα της αποδόμησης, της φλυαρίας, της σαχλαμάρας που τίποτα σημαντικό δεν έφτιαξε ποτέ και όλα τα χλευάζει για να τα φέρει στα δικά της τοσοδούλικα και δουλικά μέτρα και που όταν αντιπαλεύεται ένα έργο σημαντικότερο από τη ζωή δείχνει ακόμα πιο ασήμαντη.
    .
    Η δεύτερη Ελλάδα πάντα νικάει στο τέλος. Όμως εγώ θα θυμάμαι για πάντα, γιατί η ποίηση των ταινιών του έχουν χαρακώσει το δέρμα από μέσα, η ζωή και η σκέψη μου έχουν σχηματιστεί από ένα μάτσο κύτταρα κινηματογραφικής μνήμης που δεν μπορεί να σβήσει η σκόνη του χρόνου. Θα θυμάμαι την πρώτη φορά, καλοκαίρι των Πανελληνίων σε ένα θερινό κινηματογράφο, να αλλάζει ξαφνικά όλος μου ο κόσμος. Θα θυμάμαι τα βράδια στο εργατικό κέντρο και στις φοιτητικές λέσχες να ρουφάμε το τελευταίο δευτερόλεπτο και μετά κλεισμένοι στο σπίτι ολόκληρα σαββατοκύριακα ξανά τις ταινίες back and forward να αναλύσουμε τα νοήματα, τη λεπτομέρεια, να μην μας ξεφύγει τίποτα, να μαλώνουμε για τους συμβολισμούς, να τρέχουμε στα βιβλία για να καταλάβουμε. Ένα πρωινό τηλεφώνημα, παιδιά ο Αγγελόπουλος ψάχνει κομπάρσους για την ταινία του, γρήγορα στη Θεσσαλονίκη για προσκύνημα. Τον ενθουσιασμό του Χρυσού Φοίνικα και μετά τις ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες, τους αιώνιους χλευασμούς, το άγριο ξύλο στα σκοτεινά. Πάνω απ’ όλα θα θυμάμαι ότι με τις ταινίες του Αγγελόπουλου ανακάλυψα τον κινηματογράφο και τη θαυμάσια, άγρια εξερεύνηση του νοήματος, της αισθητικής, της πολιτικής συνείδησης, της ιστορικής μνήμης, της μαγείας να φωτίζεται ξανά και ξανά η ζωή σε μια σκοτεινή αίθουσα. Με τον καιρό το δικό του βλέμμα έγινε και δικό μου: τα ατέλειωτα ταξίδια στη χιονισμένη Βόρεια Ελλάδα με τραίνο, Φλώρινα, Διδυμότειχο, Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη, τοπία στην ομίχλη, καρδιά στην ομίχλη και μέσα σε όλα αυτά η ηδονή της βραδύτητας, ο δρόμος να υπάρχεις και να ονειρεύεσαι, κοιτώντας από τα παράθυρα του καλού Θεού…
    .
    Και θα θυμάμαι για πάντα το Σολωμό να αγοράζει λέξεις μέσα στα χαλάσματα και ηθοποιούς να απαγγέλλουν Σαίξπηρ μέσα στα ερείπια και οι βόμβες να σκάνε σαν βροχή. Μια σχεδία που χάνεται στη θάλασσα των Κυθήρων μαζί με το όνειρο της επανάστασης και το χορό του Κατράκη ανάμεσα στα μνήματα. Θα θυμάμαι ένα άλογο που πεθαίνει σπαρακτικά έξω από ένα καφενείο και τους Last Drive να παίζουν λάιβ σε ένα υποφωτισμένο μπαρ, τη λίμνη των Ιωαννίνων να φωτίζεται από κατακόκκινες σημαίες. Ένα φως να ανάβει, από το παράθυρο κάποιον να πυροβολεί στον αέρα, “Ζήτω ο 20ος αιώνας!” (γιατί δεν ήρθε τίποτα όπως το περιμέναμε; γιατί πρέπει να σαπίσουμε αβοήθητοι ανάμεσα στον πόνο και την επιθυμία;) Την ερημιά των πέτρινων σπιτιών στα χωριά της Ηπείρου, μωρή κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια, στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου θα ακούγεται για πάντα ο σομιές που τρίζει. Τον πλωτό Επιτάφιο του Λένιν στο ποτάμι, την περιφορά του νεκρού, ρέκβιεμ για ένα χαμένο όνειρο κι ένα χαμένο κόσμο. Σε μια μπλε γραμμή τελειώνει η Ελλάδα, αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού. Μια ορχήστρα να παίζει τον Ύμνο στην Ειρήνη πάνω στα χιονισμένα ερείπια ενός εμφυλίου στα Βαλκάνια. Ένα κάρο με πτώματα ανταρτών να προχωράει στο χωματόδρομο τρίζοντας, κάπου μακρυά μια σάλπιγγα να σημαίνει εγερτήριο. Μια γριά με βαλίτσες που ψάχνει την αδερφή της στην άδεια πλατεία στην αντίπερα όχθη της διαμελισμένης Ευρώπης και το Σαράγιεβο αρχή και τέλος της ιστορίας του αιώνα. Το Κατά Σαδουκκαίων του Μιχάλη Κατσαρου στην τελευταία ηρωική σκηνή του Θιάσου: Σας αραδιάζω τα εμπόδια, η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων, η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος, οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές, οι φάμπρικες, ο Οχτώβρης του ‘17, το 1936, ο Δεκέμβρης του ’44. Την τελευταία σκηνή από το Τοπίο στην ομίχλη και που ώρες ώρες θέλω κι εγώ να τρέξω να αγκαλιάσω ένα δέντρο να βρω ένα νόημα στη ζωή. Πάνω απ’ όλα θα θυμάμαι τη γλυκιά ηδονή της βραδύτητας που όμοιας της δεν υπήρξε και ούτε θα ξαναϋπάρξει. Μωρή φύση μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι κι εγώ…Μες στων ματιών σου τις γαλάζιες θάλασσες πόσα καράβια μ’ όνειρα δε χάλασες; Εγώ ήρθα από τη θάλασσα, από την Ιωνία. Εσείς από που ήρθατε; Πόσο κρατάει η αιωνιότητα Άννα; (Σκέψεις, σκέψεις, τι θα γινόταν αν σήμερα στην κηδεία ξεσηκωνόταν η άλλη θάλασσα, η ταραγμένη, όπως παλιά στις κηδείες των ποιητών…) Υπάρχουν φορές που πρέπει να σωπαίνει κανείς για να μπορέσει να ακούσει τη μουσική πίσω απ’ το θόρυβο της βροχής…

    http://silentcrossing.wordpress.com/2012/01/27/%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b4%cf%8d%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1/

    SILENTCROSSING’S BLOG

    January 31, 2012 at 15:38

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s