"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Στέλιος Ράμφος – με την πλάτη στα προσωπεία

Η ερμηνευτική του ελληνισμού

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ
cf83cf84ceadcebbceb9cebfcf82-cf81ceaccebccf86cebfcf82

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ | Κυριακή 11 Αυγούστου 1996

Από το 1970 και μετά ο μοναχικός διανοητής εργάζεται προς την κατεύθυνση μιας ερμηνευτικής του ελληνισμού που, όπως γράφει ο ίδιος σε ένα «Γράμμα προς τον Κορνήλιο Καστοριάδη», ανοίγει τον σύντομο και ασφαλή δρόμο «της νήψεως και της αυτοσυνειδησίας»

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Χάρισε στον μαρξισμό την ύστερη εφηβεία και τα φοιτητικά του χρόνια στην Ελλάδα, όπως γράφει στη «Μαρτυρία» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ευθύνη». «Παραδόθηκα σχεδόν άνευ όρων στην πολιτικολογία και όπως, λόγω ηλικίας, έκλινα συναισθηματικά προς τους διωκόμενους, γρήγορα τους εταύτισα στη συνείδησή μου με τους αδικημένους και αληθινούς και εξεγέρθηκα», γράφει στο ίδιο κείμενο. Επί πτυχίω στη Νομική Αθηνών, εγκατέλειψε την Αριστερά και έφυγε για το Παρίσι, όπου σπούδασε φιλοσοφία. Στο Παρίσι συνάντησε τον Κορνήλιο Καστοριάδη και γνώρισε καλά τη σκέψη του για τον Μαρξ, για τον σοσιαλισμό και τη βαρβαρότητα. Στο βιβλίο του «Μαρτυρία και Γράμμα, Απόλογος για τον Μαρξ και λόγος για τον Καστοριάδη» (Κέδρος, 1984), ο Στέλιος Ράμφος αναφέρεται σε όλη αυτή τη σχέση, «λογαριάζοντας ένα κομμάτι της ζωής του, μέρος της ιστορίας των άλλων δύο». Το κενό που άφησε μέσα του η απουσία του μαρξισμού δεν γέμισε βιαστικά. «Ανοιξα σιγά σιγά για λογαριασμό μου έναν δρόμο, ο οποίος μετά το χειροπιαστό αδιέξοδο του Μαΐου του 1968 χαράχτηκε αμετάκλητα: εδιζησάμην εμεαυτόν και βγήκα στη θρησκεία». Στο Παρίσι δεν ακολούθησε λοιπόν τις φιλοσοφικές μόδες. «Μετά την ευρωπαϊκή και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στράφηκα στη μελέτη της πατερικής θεολογίας και των πνευματικών προβλημάτων του νέου ελληνισμού, η κατανόηση των οποίων χωρίς υπερβολή με απορρόφησε. Προτού φύγω για το εξωτερικό, η Ελλάδα πνευματικά δεν υπήρχε για μένα. Την ανεκάλυψα στην ξενιτιά, όπου ανεκάλυψα συγχρόνως και την κρίση της Ευρώπης». Στο Παρίσι δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (δημιούργημα του Μάη). Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση και διεκδίκησε θέση φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Συνυποψήφιός του ήταν ο Παναγιώτης Κονδύλης. Αλλά και οι δύο «έφτασαν ως την υποψηφιότητα», όπως ειρωνικά λέει ο Στέλιος Ράμφος. Διάλεξε τον μονήρη βίο τού στοχαστή, με πυκνές όμως δημοσιεύσεις και πυκνές διαλέξεις και σεμινάρια, κυρίως στο Κολλέγιο Αθηνών και στο Ιδρυμα Γουλανδρή – Χορν.

ΕΡΓΟ. Πάνω από 20 βιβλία συναποτελούν το συγγραφικό έργο του Στέλιου Ράμφου. Μείζονα θεωρούνται το δίτομο «Μίμησις εναντίον μορφής, Εξήγησις εις το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλους» και «Πελεκάνοι Ερημικοί, Ξενάγησι στο Γεροντικόν». Από τη βιβλιογραφία του δεν λείπουν βιβλία – παρεμβάσεις για ζητήματα παιδείας, γλώσσας και παράδοσης. Τελευταίο του βιβλίο είναι το «Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου» (εκδόσεις Ινδικτος), που ο ίδιος το χαρακτηρίζει «σχεδίασμα πνευματικής στρατηγικής» και όπου, μεταξύ άλλων, θέτει το θέμα της γόνιμης αλληλενέργειας μεταξύ του πνευματικού μας πολιτισμού και εκείνου της Δύσεως.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ. Μονήρης και κλειστός αλλά εξαιρετικά δημιουργικός, ο Ράμφος δεν ανοίγεται εύκολα στα Μέσα και δεν παραδίδεται στο παιχνίδι των «προσωπείων». Σπάνια δημοσιεύονται προσωπικές φωτογραφίες του ή πορτρέτα. Συνήθως δημοσιεύονται φωτογραφίες από διαλέξεις του ή από συμμετοχή του σε δημόσιες συζητήσεις. Μία από τις προσωπικές φωτογραφίες τον δείχνει «πλάτη» στο εξώφυλλο του βιβλίου του Δημήτρη Νόλλα «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», μαζί με τον Αλέξη Κυριτσόπουλο, τον Νίκο Ξυδάκη και τον Νόλλα.

τι λέω το χρωστώ στους Αρχαίους. Οσα θαύμασα στους νεότερους και ό,τι νόμισα πως ανεκάλυψα μόνος μου τα συνάντησα αργότερα σε παλιές γραφές. Μετά τον Πλωτίνο η φιλοσοφία δεν έχει τίποτε να πει, όπως μετά τον Χριστό η ζωή δεν έχει τίποτε να κερδίσει. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, και το βρίσκω σπουδαίο και δύσκολο, είναι να πούμε με δικά μας λόγια αλήθειες παμπάλαιες. Η πιο δυνατή πρωτοτυπία είναι η οικειοποίηση. Μη μας διαφεύγει ότι ο ελληνισμός είναι απ’ αρχής μέχρι τέλους δάνειο και απ’ αρχής μέχρι τέλους καινούργιος. Στους Ελληνες δεν χρωστούμε τη δημιουργία εκ του μηδενός. Τους χρωστούμε τη δόξα του μηδενός. Τη δημιουργία».

Σε αυτή την αποστροφή του Στέλιου Ράμφου, που διατυπώνεται με δραματικό και βιωματικό τρόπο στο δοκίμιο «Τόπος Υπερουράνιος» ­ κείμενο που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Τριώδιον» (εκδόσεις Αρμός, 1995) ­, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους όρους της εργασίας του, η οποία, από το 1970 και εδώθε, συνίσταται σε μια συστηματική και πολύ πρωτότυπη (οφείλουμε να το ομολογήσουμε) ερμηνευτική του ελληνισμού.

Εκείνο που ενδιαφέρει ζωτικά τον Ράμφο, έτσι όπως αυτό αποκαλύπτεται μέσα στην αλληλουχία των έργων του, είναι ποιες σύγχρονες προεκτάσεις μπορεί να έχει μια εργασία για τις πρωτεϊκές μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται η ελληνική σκέψη και πώς αυτή η σκέψη μπορεί να ενταχθεί οργανικά στον σύγχρονο στοχασμό, βοηθώντας την Ελλάδα, και ό,τι αποκαλούμε ελληνικό, όχι μόνο να μετάσχει στην «ευρωκοινωνία» και στον οικουμενικό κόσμο αλλά και να μην απολέσει ­ αντίθετα να εισφέρει ­ την «ιδιοπροσωπία» της.

Εννοιες ή ζεύγη εννοιών όπως Παράδοση, Ανατολή Δύση, Εγώ Εμείς, Ατομο Πρόσωπο, Ταυτότητα Διχασμός παίζουν ενεργό ρόλο σε αυτό το ερμηνευτικό σύστημα ενώ τη βάση αποτελεί ο διάλογος με τις πηγές, με τα κλασικά κείμενα.

* Φιλόσοφοι
και Πατέρες

Η ερμηνευτική του Ράμφου συνδυάζει την κλασική σκέψη με τη βυζαντινή σκέψη, τους αρχαίους στοχαστές και φιλοσόφους με τους Πατέρες της Εκκλησίας. «Η συγκριτική μελέτη της κλασικής και της βυζαντινής σκέψεως μου έδειξε ότι ο ελληνισμός μπορεί να παρουσιάσει στον σύγχρονο κόσμο μια εκδοχή του ατόμου η οποία ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά αιτήματα της εποχής», έλεγε ο Στέλιος Ράμφος σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Ερουρέμ» (Μάιος 1995), ένα περιοδικό που έφερε και φέρει (σήμερα κυκλοφορεί με τον τίτλο «Ινδικτος») τη σφραγίδα του στοχασμού του.

«Το Βυζάντιο δεν ξέχασε ποτέ τη διαρκή σχέση του ενός με τα πολλά, το πρόβλημα με το οποίο μετρήθηκε η ελληνική σκέψη. Ο αρχαίος κόσμος κινήθηκε προς μια κατεύθυνση ουσιαστικότερης επικοινωνίας με το πνεύμα και επομένως μεγαλύτερης αυτοσυνειδησίας. Και ένα σπουδαίο πρόβλημα, το οποίο έθιξε πρώτος ο Πλάτων και μετά ακολούθησαν όλοι, ήταν ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τα πολλά χωριστά από το έν. Πρόκειται με άλλα λόγια περί της διαφοράς του ατόμου και του προσώπου.

Η δική μας παράδοση ετράπη προς το πρόσωπο επειδή οι πατέρες δεν έχασαν το νήμα ­ φιλοσοφικά εννοώ, όχι πνευματικά ­ της κλασικής και της νεοπλατωνικής σκέψεως, ενώ στη Δύση προκρίθηκε η λύση τού ενός χωρίς τα πολλά», έλεγε στην ίδια συνέντευξη ο Στέλιος Ράμφος.

* Αριστοτέλης
και αναχωρητές

Αυτή η συγκριτική μελέτη της κλασικής και βυζαντινής σκέψης αποτυπώνεται στα δύο μείζονα, κατά την άποψή μας, έργα του Ράμφου, που είναι το «Μίμησις εναντίον μορφής, Εξήγησις εις το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλους» (εκδόσεις Αρμός, 1992) και «Πελεκάνοι Ερημικοί, Ξενάγησι στο Γεροντικόν» (Αρμός, 1994), ένα βιβλίο που γνώρισε και εκδοτική επιτυχία.

Στον πρόλογο της «Μιμήσεως» ο Ράμφος καθορίζει τον στρατηγικό σκοπό όλης της εργασίας: να προσπελάσει πολυδιαβασμένα και αποφασιστικά για την πνευματική ιστορία της Δύσεως αρχαιοελληνικά κείμενα, να δει πού η ανάγνωσή τους υπήρξε παραπλανητική, ακόμη και αν ήταν γόνιμη, και να εντοπίσει τους αφανείς, πλην ακαθαίρετους οργανικούς δεσμούς του προχριστιανικού με τον χριστιανικό ελληνισμό. Μέσα στην προοπτική αυτή δεν είναι τυχαίος ο τίτλος «Μίμησις εναντίον μορφής» ούτε το επιλογικό κεφάλαιο του βιβλίου που έχει τίτλο «Από την τραγική μίμησι στην Θεία Λειτουργία».

Στο «Πελεκάνοι Ερημικοί» ο Ράμφος σχολιάζει τα αποφθέγματα αναχωρητών του 4ου κυρίως αιώνα, που περιέχονται στη συλλογή «Γεροντικόν». «Τα αποφθέγματα των αγίων Γερόντων είναι λόγος του εσχάτου εκ πείρας, πρακτική υποτύπωσις της καινούργιας ζωής, και μας ενδιαφέρουν ζωτικά για να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι το αρχέτυπό μας: τι λογής άνθρωπο, ρυθμό ψυχής και πνεύμα ζωής έφερε στον κόσμο η χριστιανική πίστις», γράφει ο Ράμφος, αναδεικνύοντας έτσι σε συστατικό της ερμηνευτικής του αυτά τα «αφελή» ρήματα των αναχωρητών της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης.

Η αναζήτηση οργανικών δεσμών προχριστιανικού και χριστιανικού ελληνισμού κυριαρχεί και στο βιβλίο «Φιλοσοφία Ποιητική Πλατωνικά Ζητήματα» (εκδόσεις Αρμός, 1991). Είναι μια φιλοσοφία ποιητική που επιφέρει αυτογνωσία και αντικαθιστά τη δεσποτεία του εμπειρικού με λειτουργική σχέση. «Σε αυτό το σημείο μάς δίδεται η θεμελιακή αντίληψη, η πιο ισχυρή ροπή του πλατωνισμού, αλλά μας δίδεται επίσης ο προορισμός του ελληνισμού», σημειώνει ο Ράμφος.

Στο βιβλίο η εισαγωγή στο πλατωνικό όλον γίνεται μέσω του Ηρακλείτου, ενώ οι αναφορές στους Πατέρες της Εκκλησίας «υπογραμμίζουν την υφιστάμενη συνέχεια αιτήματος ζωής για την αλήθεια και το πνεύμα, που σημειοδοτεί από χιλιετιών τον δρόμο του ελληνικού πολιτισμού και αποτελεί το εξέχον χαρακτηριστικό του».

Μέσα σε αυτή την οπτική πρέπει να δούμε το εξαιρετικά ενδιαφέρον και πολύ πρωτότυπο βιβλίο «Φιλόσοφος και Θείος Ερως» (εκδόσεις Τήνος, 1989), όπου σχολιάζονται το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα και οι «Υμνοι θείων ερώτων» του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, μια μορφή που καθώς έζησε ανάμεσα στον δέκατο και στον ενδέκατο αιώνα μετέχει στην καθοριστική, αόρατη μετακίνηση που οδηγεί από τους βυζαντινούς χρόνους στους νεότερους.

Ο Στέλιος Ράμφος «συνδέθηκε» ιδιαίτερα με τον Αγιο Συμεών γιατί του επέτρεψε να περάσει σε μια θεολογική συγγραφή, αδιαφορώντας για τους κανόνες της επιστημονικής πειθαρχίας. Και ενώ η σύνολη εργασία του Ράμφου έχει τα χαρακτηριστικά της εργασίας ενός φιλοσόφου – στοχαστή, έτσι όπως ορίζεται με τα δυτικά συστήματα αναφοράς, τουλάχιστον τα πανεπιστημιακά, η «παράβαση» των κανόνων της πειθαρχίας του, ακόμη και του επιστημολογικού υλικού, τον κάνουν προκλητικό.

«Είτε ερμηνεύω τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα, είτε καταπιάνομαι με τον Παπαδιαμάντη, είτε με τη γλώσσα και με την ορθόδοξη παράδοση, σκέπτομαι τον πνευματικό πυρήνα του ελληνισμού και σπουδάζω την ανεξάντλητη εκείνη ζωτική του ενέργεια, που άλλοτε ανεβάζει το έθνος ψηλά σαν δύναμη απροσμάχητη και άλλοτε το συνέχει σαν λεπτή πνοή», γράφει στο βιβλίο του «Η πολιτεία του Νέου Θεολόγου» (Κέδρος, 1981).

* Ο μύθος
της νεορθοδοξίας

Για πολλούς το όνομα του Στέλιου Ράμφου είναι συνδεδεμένο με τη μεταπολιτευτική, δημοσιογραφική κατασκευή της «νεορθοδοξίας», μέσα στην οποία είχαν χωρέσει ένα σωρό ετερόκλητα πράγματα, από τα συνθήματα τύπου «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ως τα στιχουργικά νεφελώματα του Σαββόπουλου περί κοινοτήτων και η φιλολογία για την εκλογή ενός θεολόγου σε πανεπιστημιακή έδρα φιλοσοφίας.

Φυσικά ο Ράμφος ούτε «νεορθόδοξος» είναι ούτε η ερμηνευτική του ελληνισμού με την οποία καταγίνεται τον κατατάσσει αυτομάτως στους «ελληνοκεντρικούς». Ο ίδιος αναφέρεται συχνά στον λόγο του σλαβόφιλου Ντοστογέφσκι για τον Πούσκιν, που επειδή ήταν τόσο ωραίος (ο λόγος), ο δυτικόφιλος Τουργκένιεφ φίλησε τον εχθρό του.

Η αλήθεια είναι ότι οι εργασίες του Ράμφου πυροδότησαν μια ιδεολογική αντιπαράθεση σε μια εποχή ένταξης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Αν εξαιρέσουμε τη διαρκή διαμάχη για τη γλώσσα, που είναι ιδεολογική όταν δεν γίνεται στείρα φιλολογική, η διαμάχη για το «ελληνικό πρόβλημα» ήταν ο μόνος ζωντανός διάλογος ιδεών των τελευταίων ετών. Σε αυτό το πρόβλημα «του ποιοι είμαστε», που αποτελεί και την αιτία μιας «διχασμένης κατάστασης», μιας «εθνικής σχιζοφρένειας», ο Ράμφος δεν απαντά με αφορισμούς. Θέτει το αίτημα της εξατομίκευσης.

«Η Ηνωμένη Ευρώπη δεν αποτελεί ιδέα, αποτελεί συγκυρία ιστορική, εις την οποία οφείλουμε να προσαρμοστούμε διατηρώντας, όπως όλοι οι εταίροι, το δικό μας πρόσωπο», γράφει. Και αλλού λέει: «Υπάρχει ένα ζωτικό θέμα: να είμαστε σύγχρονοι της εποχής χωρίς να χάσουμε τον εαυτό μας. Αυτό θα το πετύχουμε διαλεγόμενοι ουσιαστικά με τη σημερινή πραγματικότητα, είτε στη Δύση βρίσκεται είτε στην Ανατολή. […]

Η Δύση είναι κυρίαρχη και αυτό μας υποχρεώνει να την σκεφθούμε πιο επίμονα».

* Πολιτισμός

και συμπολιτισμός

Σε αυτή την ανάδειξη και την προβολή του «δικού μας προσώπου» βασικό ρόλο παίζει η παράδοση, που δεν είναι η επιβίωση των αξιών ενός κόσμου νεκρού ή μια γραφική σύλληψη αλλά ένα ιστορικό μέγεθος, «ο χώρος της ίδιας της ιστορίας, η μετάδοση ενός νοήματος που προϋπάρχει και η σύλληψη ενός υπονοούμενου».

Στο τελευταίο του βιβλίο «Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου» (εκδόσεις Ινδικτος, 1996) ο Στέλιος Ράμφος, δανειζόμενος τον εθνολογικό όρο της acculturation, εισάγει την έννοια του «τακτικής του συμπολιτισμού» για την πλεύση της Ελλάδας στον οικουμενικό χώρο. Γράφει: «Οταν μια χώρα με ιδιοπρόσωπη παράδοση τείνει να μετάσχει του παγκόσμιου πλέον δυτικού πολιτισμού υπό την πίεση των αγαθών του, ανασύρει είτε δημιουργεί αξίες τις οποίες προβάλλει σε όλες τις κατευθύνσεις με αίσθημα ισοτιμίας ή ακόμη και υπεροχής εν σχέσει προς τις κυρίαρχες». Είναι και αυτός ένας δρόμος αυτοσυνειδησίας.

Το ΒΗΜΑ, 11/08/1996 , Σελ.: B12
Κωδικός άρθρου: B12389B121
ID: 694

6 responses

  1. Φλέσσα εναντίον Ράμφου! Προσοχή μην λιποθυμήσετε…
    Καλημέρα.

    http://www.antifono.gr/portal/index.php?option=com_content&view=article&id=1102:-h-1&catid=93&Itemid=252

    April 11, 2009 at 10:03

  2. Λάθος πριν. Θα βρω όμως την συνέντευξή του στην Φλέσσα…

    April 11, 2009 at 10:04

  3. Αρανίτσης για Ράμφο :

    “Τα άστρα σύμφωνα με τον Ράμφο”
    (http://archive.enet.gr/online/ss3?q=%D1%DC%EC%F6%EF%F2&a=%C1%F1%E1%ED%DF%F4%F3%E7&pb=0&dt1=&dt2=&r=0&p=0&id=34770012)

    “Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου”
    (http://archive.enet.gr/online/ss3?q=%D1%DC%EC%F6%EF&a=%C1%F1%E1%ED%DF%F4%F3%E7&pb=0&dt1=&dt2=&r=2&p=0&id=6894912)

    Και λιγότερο ή περισσότερο σχετικά :
    http://archive.enet.gr/online/ss2?q=%D1%DC%EC%F6%EF&a=%C1%F1%E1%ED%DF%F4%F3%E7&dt1=&dt2=&pb=0

    April 11, 2009 at 10:13

  4. Παρόν, μέλλον, παρελθόν και πένθος

    Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

    Θα διατυπώσω σήμερα ορισμένες σκέψεις διευκρινιστικές των όσων έγραψα την περασμένη εβδομάδα με αφορμή τον επαναπροσανατολισμό του Στέλιου Ράμφου στο ιδανικό της άρον άρον εξατομίκευσης.

    Οι περισσότεροι εξ όσων επιχειρούν απαιτητικές αναλύσεις της χρονικότητας παραβλέπουν ολότελα την εμπειρία και δίνουν την εντύπωση ότι μιλούν όχι για τη σύσταση του χρόνου, του ανθρώπινου χρόνου, αλλά για την ιστορία των φιλοσοφικών συζητήσεων γύρω απ’ αυτή τη σύσταση. Η ευγλωττία τους προδίδει ανεξήγητη έλλειψη επίγνωσης του τι συμβαίνει πραγματικά στο σύγχρονο κόσμο, αν μπορούμε ακόμη να μιλάμε για συμβάντα και να μην περιοριζόμαστε σε προσομοιώσεις συμβάντων. Ψευδαίσθηση κίνησης προς τα εμπρός και προς τα πίσω ταυτόχρονα, κατακερματισμός της εμπειρίας του παρόντος, με το θάνατο να δομεί τη λειτουργία της πλαστότητας: στην κατανόηση αυτής της άρρωστης συνείδησης του χρόνου, δεν μπορούμε παρά να αντιπαραθέσουμε την έννοια του πένθους, ως τόπο όπου θα έπρεπε, υποδειγματικά, να αναδύεται το υποκείμενο. Εκτός κι αν η ανάδυση σταματάει στο κατώφλι της ακαδημαϊκής αγοραφοβίας.

    Πρέπει να πω ότι, βεβαίως, με τον όρο «πένθος», δεν εννοώ αποκλειστικά τη βαθμιαία ύφεση του δράματος της απομάκρυνσης απ’ τον νεκρό αλλά, εν γένει, τον αποχωρισμό μας απ’ το κάθε τι που μένει πίσω και το οποίο τείνει υποχρεωτικά στην απολίθωση προκειμένου να διαρκέσει. Αν αυτό που ζει προχωράει, εάν αυτό που στέκει στάσιμο νεκρώνεται, δεν είναι δυνατόν να λέμε πως ο ζωντανός, ο αληθινά ζωντανός, κινείται προς το θάνατο όπως πιστεύει η Δύση (προς το θάνατο κινείται όχι ο ζωντανός αλλά ο επιβιώνων, δηλαδή αυτός για τον οποίο ο χρόνος δεν είναι εμπειρία αλλά κατεύθυνση): τουναντίον, ο ζωντανός προχωράει εκκινώντας από το θάνατο (από το θάνατο του άλλου όντος ή πράγματος). Η κατάσταση αυτού του ζωντανού, του αυθεντικά ζωντανού, είναι για μένα το Πρόσωπο.

    Καλούμαστε να πενθήσουμε απ’ τη στιγμή που συγκροτείται η συνείδηση. Αφήνουμε πίσω, σταδιακά, το καθεστώς της εξάρτησης απ’ το μητρικό σώμα, την παιδική ηλικία, την εφηβεία, τις φιλοδοξίες, τις φαντασιώσεις, τις πεποιθήσεις, τους έρωτες. Το παιδί πενθεί τα αντικείμενα που οι συνθήκες του στερούν· ο ενήλικος πρέπει να πενθεί τις συνθήκες παλαιότερων στερήσεων που είχε εκλάβει σαν απολαύσεις. Η ενηλικίωση, εννοείται, είναι ένα προβληματικό πένθος. Ολο αυτό το μόρφωμα που ονομάζουν, σήμερα, «ψυχολογικά προβλήματα» (κατ’ ουσίαν όλες οι μοντέρνες ασθένειες, αναμφίβολα ψυχοσωματικές) αντιστοιχεί στο μπλοκάρισμα του πένθους, στην ακύρωση της δυνατότητας να αποχωρίζεσαι απ’ τα πράγματα που ο κύκλος τους έχει κλείσει.

    Το υποκείμενο ανθίσταται διατηρώντας τα πράγματα ως παγιωμένες εσωτερικές παραστάσεις οι οποίες δυναστεύουν την εξέλιξή του· το άτομο γίνεται υποχείριο των φαντασμάτων. Αυτό, πλέον, έχει γενικευθεί και είναι ορατό ως το συνολικό σύμπτωμα του πολιτισμού της εικόνας. Γιατί η μοντέρνα εικόνα, πλασματικά αθάνατη η ίδια, είναι το φάντασμα του θανάτου που απωθήσαμε και το οποίο επιστρέφει τώρα να κυβερνήσει τον κόσμο.

    Το περιεχόμενο του πένθους συνιστά, αντίθετα, έναν τύπο θεραπευτικής απομάγευσης του θανάτου, όπου ο πόνος και η λύτρωση ορίζουν μια ζώνη αμοιβαιότητας, μια πολύ βαθιά περιοχή ψυχικής καθαρότητας, τη στιγμή που η ηδονή της απελευθέρωσης απ’ την τυραννική παράσταση του νεκρού πράγματος αμιλλάται τη θλίψη για την απώλεια. (Ως «αλληγορία» αυτού του σχήματος μπορεί να δει κανείς ολοκληρη την ορθόδοξη παράδοση. Και να γιατί ο ποιητής αποκαλεί το πένθος «Παράδεισο»).

    Η ζωή ενός ψυχικά υγιούς ανθρώπου παρακολουθεί ακριβώς αυτή τη διαλεκτική θλίψης-χαράς, που είναι το αντίθετο της αλλοτρίωσης, στην οποία το αντικείμενο ψύχεται ώστε να συγκρατήσει το αντίτυπο του πράγματος εσαεί, με αποτέλεσμα να ψύχεται μαζί και το υποκείμενο. Η διαλεκτική θλίψης-χαράς, όπου σε εισάγει η συμμετοχή στο πένθος, είναι η ίδια η μήτρα της σύλληψης του πραγματικού. Επειδή το πραγματικό δεν μπορεί ποτέ να είναι στάσιμο. Αντιλαμβάνομαι το πραγματικό πάει να πει το εγκαταλείπω, αδιαλείπτως, για ένα άλλο πραγματικό, με τη μεσολάβηση των έλλογων συγκινήσεων. Αν δεν βιώνω τη συντριβή σε όλες τις βαθμίδες της, ο κόσμος γίνεται ψεύτικος. Και ο (δυτικός) κόσμος δεν βιώνει πια καμία συντριβή. Ιδού τι λογής πράμα είναι η κενότητα του new age. Ο κόσμος, αντίθετα, ανυπομονεί να γίνει αθάνατος μέσω των εικόνων που αναπαράγει και οι οποίες προορίζονται όχι για να τις δεις αλλά για να τις κοιτάζεις.

    Οταν αυτή η κίνηση ανασταλεί, όταν το πένθος μπλοκάρεται απ’ το φόβο (και η δυτική κοινωνία, απ’ τη στιγμή που ο Θεός κηρύχτηκε νεκρός, βιώνει πλέον έναν Φόβο του Θανάτου άλλης τάξεως: τώρα δεν αρκεί να τον εξωραΐζει ή να τον μετονομάζει· πρέπει να τον διαλύει μέσα στα πράγματα όπως τα πυρηνικά απόβλητα), το ανθρώπινο υποκείμενο περνάει στην κατάσταση που η ψυχανάλυση ορίζει ως «κατάθλιψη», βραχυκύκλωμα της εμπειρίας του πραγματικού, πάγωμα των συγκινήσεων, βύθιση σ’ έναν κόσμο που έχει γίνει ορυκτός. Εκεί βασιλεύουν οι στοιχειωμένες παραστάσεις, τα φάσματα, οι σκεπτομορφές, τα εικονικά περιβάλλοντα, όλες οι μη πραγματικές οντότητες που πλημμυρίζουν τη μοντέρνα παραίσθηση του δυτικού πολιτισμού.

    Η οπτικοποίηση του θανάτου, του οποίου τον βαθύ υπαινιγμό δεν κατανοούμε πια «εορταστικά», δηλ. με όρους ψυχοκάθαρσης, γίνεται τερατώδες συλλογικό παυσίπονο, παγκόσμια αναφορά εκείνου που δεν ανασαίνει. Ο νεκρός, ως κάποιος που νίκησε το χρόνο, αποσύρεται απ’ τη συμβολική κυκλοφορία μέσα στην κοινότητα και η κοινότητα, από κάποια μοιραία λογική αντισταθμίσματος, πλημμυρίζει με νεκρούς που νικήθηκαν απ’ το χρόνο, σκιές νεκροζώντανων, φωνές από τον Αδη, ολογράμματα, ψηφιακές οπτασίες, το παραλήρημα των δικτύων. Life style δίχως ζωή, φωτορομάντσα του Κάτω Κόσμου. Πάνω σε όλα τα είδωλα, μέσα σε όλους τους ιλίγγους, ο Νάρκισσος αναγνωρίζει τον εαυτό του.

    Η Δύση μπαίνει σ’ αυτή την τροχιά εδώ και μερικούς αιώνες. Σκοπός αυτού του πολιτισμού, ήδη απ’ την εποχή του ρεαλισμού της αναγεννησιακής προοπτικής και του φωτεινού θαλάμου, όπου η συμβολική δράση της εικόνας κρίνεται ιστορικά παρωχημένη, είναι να δημιουργήσει το ομοίωμα του πραγματικού, την τεχνητή αθανασία των πραγμάτων. Η αγωνία του θανάτου πρέπει διαρκώς να πολτοποιείται στο μηχανισμό μιας πανικόβλητης αναβολής, η οποία, ως εκ τούτου, γίνεται πανίσχυρη και επιβάλλει τους όρους της, προκαλώντας, σε παγκόσμια κλίμακα, την ψευδαίσθηση της αντίστροφης μέτρησης, της προθεσμίας που λήγει (μιλένιουμ, φαντασιώσεις για το τέλος του κόσμου, οράματα αποκαλύψεως), της ανάγκης διαφυγής προς το μέλλον που «είναι ήδη εδώ», καθώς λένε οι διαφημιστές και οι πολιτικοί. Το σημείο φυγής εξελίσσεται σε δαίμονα που ακυρώνει όλες τις τελικότητες, όλες τις σημασίες.

    Ψευδαίσθηση ναι, αλλά το άγχος, στη μετωνυμία του, παραμένει πραγματικό, όσο και ο καρκίνος ή η σχιζοφρένεια. Ενας ολόκληρος πολιτισμός απαγορεύει πλέον να στέκεσαι στο παρόν (έδρα του αληθινού θανάτου και της αληθινής ζωής), αποθαρρύνει το να ονειροπολείς, να εμβαθύνεις, να αδρανείς· ολ’ αυτά, σε αναφορά προς την τρελή γραμμικότητα του χρόνου, θεωρούνται βδελυρά, ανήθικα. Σε καλούν να παρουσιάζεσαι, πάση θυσία, πιο σύγχρονος κι απ’ το σύγχρονο, σαν τα δελτία ειδήσεων (ή τις εποχές του έτους) που έρχονται, συνεχώς, λίγο πιο νωρίς από το ήδη -πιο- νωρίς.

    Η ρίζα του υποκειμένου ενός τέτοιου χρόνου μπορεί να βρίσκεται στο Είναι-προς-θάνατον, όμως εδώ έχουμε, πλέον, ένα θάνατο απαλλαγμένο από την ιστορική φυσικότητα και εξορισμένο από το Λόγο, ένα θάνατο ο οποίος, προκειμένου να γίνεται ανεκτός, πρέπει, αδιάλειπτα, να υφίσταται έξω απ’ τη σφαίρα των συγκινήσεων. Θάνατος μετασχηματιζόμενος απ’ το θέαμα, θάνατος που ζητάει να γίνει αισθητική, να μετατραπεί σε εικόνα και να καταστεί το απωθούμενο όριο μιας αθανασίας που θα την εγγυηθούν οι καινούριες επιστήμες. Αυτές θα θεωρήσουν, βέβαια, προηγουμένως, το σώμα σαν ένα πράγμα, σαν ένα μηχάνημα. Είναι γνωστό ότι το ψεύτικο δεν πεθαίνει ποτέ.

    Η αδυναμία του πένθους σ’ έναν κόσμο που στερείται μεταφυσικής (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται μαγείας) προωθεί λοιπόν τη νομιμοποίηση μιας χρονικότητας ολοκληρωτικά εικονικής, όπως φαίνεται πολύ καθαρά στον κυβερνοχώρο, ενός τύπου υποδιαιρούμενης διάρκειας όπου όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Πού συμβαίνουν όμως; Οχι πάντως σ’ ένα αυθεντικό παρόν, μάλλον σ’ ένα ψευδο-επέκεινα, όπου ακόμη και η αγωνία μπαίνει στο παιχνίδι του δυνητικού. Σ’ αυτό οφείλεται η περιβόητη εντύπωση του «τέλους της Ιστορίας» και η παγκόσμια πολιτική αμνησία.

    Με το Θεό να θεωρείται πεθαμένος, η μύχια ενσωμάτωση της αιωνιότητας στη στιγμή, άνευ της οποία δεν ζει ο άνθρωπος, υποβαθμίζεται σε οργάνωση της μονιμότητας εντός της αμέσως επομένης στιγμής (όσο λιγότερο αληθινές είναι οι στιγμές τόσο πιο γρήγορα κινούνται, ακριβώς όπως και οι πληροφορίες), ενώ η γνήσια επιθυμία για σύνθεση των πραγμάτων κερματίζεται στον καθρέφτη μιας συναίρεσης σε γιγαντιαία κλίμακα, οπότε αντικείμενο και υποκείμενο υπάρχουν σαν ο μεταξύ τους μέσος όρος. Ο άνθρωπος θέλει να γίνει μέρος των πραγμάτων ώστε να ζήσει, όπως αυτά, αιωνίως. Οπουδήποτε κι αν κοιτάξεις, βλέπεις να καταργούνται οι διαφορές όχι πια να συμφιλιώνονται: ο πολτός των πάντων ξεχειλίζει ακόμη και απ’ τα μανίκια των επιστημών του ανθρώπου.

    Ετσι, ο κόσμος τείνει να υπάρχει με τον αναδιπλασιασμό του Ιδιου, φρίκη του ταυτού που εξολοθρεύει την ταυτότητα, αντίγραφα επί αντιγράφων ώσπου να φτάσουμε στον ολοκληρωτικό μηδενισμό του πρωτοτύπου, μοναδικού εγγυητή της διαφοράς, συνεπώς και της μεταφοράς. Την εξουσία έχει τώρα η μετωνυμία. Το μεταίχμιο αυτό, στο οποίο εξασφάλισαν το όνομα «μετανεωτερικότητα», δεν μπορεί πια να κρίνεται σαν μια παροδική λόξα, την οποία τάχα αντισταθμίζουν οι κεκλεισμένων των θυρών ακαδημαϊκές συζητήσεις για το πρόσωπο.

    Ούτε καν ο Στέλιος Ράμφος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο δίχως τον κίνδυνο να φανεί παράλογος. Εκείνο που χάνεται μέσα σε τούτη την καταιγίδα των κενών σημείων είναι η διάκριση ανάμεσα σε αναπαράσταση και παράσταση, ανάμεσα σε απομίμηση και μίμηση, ανάμεσα στο επιβεβλημένο Παρών-προς-θάνατον και στο προαιρετικό Παρών-στο-πένθος. Αλλά θα πρέπει να συνεχίσω την επομένη Κυριακή.

    ART & ΘΕΑΜΑΤΑ – 21/01/2001

    April 12, 2009 at 17:04

  5. Φίλιππα, ενδιαφέροντα links μας δείχνεις εδώ!

    June 3, 2011 at 16:36

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s