"We don't see things as they are, we see them as we are" Anais Nin

Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών – του Ευγένιου Αρανίτση

Τα 3 συγκλονιστικά κείμενα του Ευγένιου Αρανίτση σχετικά “με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών”.

Διαβάστε τα…

ΠΑΡΑΔΟΞΑ

Σχετικά με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών (1)

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί, σκοπίμως βασισμένο, ώς έναν βαθμό, σε υλικά προγενέστερων δημοσιεύσεων, φιλοδοξεί να επισημάνει, αν μη τι άλλο, πως όχι μόνον πολλοί από μας είχαμε προαισθανθεί το επερχόμενο κύμα της διαμαρτυρίας αλλά, επίσης, ότι τα σχετικά με τον «απρόβλεπτο» ή «ανερμήνευτο» ή και «προβοκατόρικο» χαρακτήρα της ανήκουν στην λανθασμένη οπτική ή στην κακοπιστία.

Κάθε πέντε ώρες, ίσως και πιο συχνά, πεθαίνει το τελευταίο άτομο ενός τουλάχιστον σπάνιου ζωικού είδους. Σ’ αυτά τα χαμένα είδη, όπου να ‘ναι, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το παιδί. Μάλιστα, η υστερία που εκδηλώνεται στους κόλπους της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας γύρω απ’ το υποτιθέμενο αίτημα φροντίδας της σωματικής υγιεινής των παιδιών, δεν αποκλείεται να ισοδυναμεί με έναν αποενοχοποιητικό ελιγμό ώστε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι έχουν αρπάξει απ’ τα παιδιά την παιδικότητά τους. Συνειδητοποιώντας κανείς τον ολότελα άψυχο ρεαλισμό μιας ταινίας σαν το Elephant, θα μάθει κάτι που γνώριζε ήδη: ότι τα παιδιά εξαφανίζονται σταδιακά απ’ τη σκηνή του δυτικού κόσμου, αφήνοντας, στη θέση τους, έναν λαό από ίσκιους.

Αυτό ήταν, ασφαλώς, αναμενόμενο. Στην εξαφάνισή του, το μοντέλο της παραδοσιακής οικογένειας συμπαρασύρει ό,τι απέμεινε απ’ την παιδική ηλικία και, μαζί, τα τελευταία υπολείμματα αυθόρμητης επιθυμίας για την αυτονόητη κριτική των θεσμών που οι ενήλικοι εξακολουθούν να παριστάνουν ότι σέβονται μολονότι, ολοφάνερα, οι θεσμοί, επί της ουσίας, έχουν εκλείψει. Τα παιδιά μεγαλώνουν αποστηθίζοντας πληροφορίες, σε μια γλώσσα της οποίας οι έννοιες έχουν εκμηδενιστεί, αρχής γενομένης από τον αστερισμό των μεγάλων ιδεών -Θεός, πατρίδα, οικογένεια, αλήθεια, αγάπη κ.λπ., περιλαμβανομένου εννοείται του σχολείου, που έχει σιγήσει και αποσυρθεί υπέρ των φροντιστηρίων. Η αναζωπύρωση της συζήτησης γύρω απ’ τα όρια της δυνατότητας να είσαι παιδί προδίδει ότι το νόημα που ενσαρκωνόταν σ’ αυτή τη δυνατότητα έχει αποσυντεθεί. Οπου να ‘ναι, θα χαθούν και τα ίδια τα παιδιά, καθώς θα θεωρούνται πλέον σαν πιστές μικρογραφίες ενηλίκων, τουτέστιν ατόμων που έχουν αποδεχτεί, μοιρολατρικά, την ανάθεση του σκέπτεσθαι στις μηχανές. Θα ψηφίζουν από τα 11, θα επιδίδονται στο σεξ απ’ τα 12 και θα σπουδάζουν απ’ τα 13, μόνον που δεν θα πρόκειται ούτε για ψήφο ούτε για σεξ ούτε για σπουδές αλλά για προσποιητές αναπαραγωγές στερεοτύπων συμπεριφοράς προσανατολισμένων στην αμιγή διεκπεραίωση, όπως η γυμναστική, ο περιορισμός των θερμίδων της διατροφής και η εκπαίδευση στα σήματα της τροχαίας. Κάποτε, ο ρόλος των γονέων ήταν να διδάσκουν τους δεκάχρονους να υπάρχουν ακριβώς σαν υποδειγματικοί δεκάχρονοι. Τώρα πρέπει να τους διδάξουν να επωμίζονται την ανώνυμη ατομικότητα μιας δίχως σύνορα οικουμένης όπου οι πάντες καλούνται να αποδείξουν ότι είναι εξίσου επιδέξιοι στον χειρισμό υπολογιστών και όπου η υποκειμενική ζωή, με μια λέξη η ζωή του ψυχισμού, αντικαθίσταται από ένα ευμετάβλητο πλέγμα αναγνωρισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Στο μεταξύ, αφού η σύγχρονη κοινωνία πανηγυρίζει για την απόκτηση πανεπιστημιακών πτυχίων από προικισμένους έφηβους, αντί να ανησυχεί, και αφού αγαλλιάζει στη θέα των νηπίων που αναλαμβάνουν χρέη τηλεπαρουσιαστών, αντί να φρίττει, οι δεκατριάχρονοι δολοφόνοι δεν μπορεί παρά να βρίσκονται καθ’ οδόν. Και σ’ αυτούς ακόμη αναγνωρίζουν έμμεσα ένα κατόρθωμα, μια και ο κερδισμένος χρόνος δεν παύει να είναι χρήμα. Αναπόφευκτα, στις ΗΠΑ ενισχύεται η τάση να προσάγονται οι ανήλικοι εγκληματίες σε δικαστήρια ενηλίκων και αυτό ειδικά αναμένεται και εδώ από λεπτό σε λεπτό. Το ζητούμενο, για τα παιδιά, είναι να εξελίσσονται, από βιολογική και νομική άποψη, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όπως οι γέροι, απ’ τους οποίους η κοινωνία ζητάει να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα, στην καλύτερη περίπτωση με ευθανασία, ώστε να μην επιβαρύνονται οι προϋπολογισμοί των ασφαλιστικών εταιρειών. Δεν επιτρέπεται να είσαι αντιπαραγωγικός.

Ετσι, όσο πιο ισχνοί γίνονται οι δισταγμοί απέναντι στη γενική διάθεση να κριθούν τα παιδιά σαν αναλώσιμα υλικά σ’ ένα παγκόσμιο πείραμα επίσπευσης των εξελίξεων, τόσο πιο δυναμικά προπαγανδίζεται ο κυνισμός σαν το φάρμακο κατά της τρυφερότητας. Η τελευταία δεν χαίρει καμίας εκτίμησης και λογοκρίνεται παντού, ενώ οι ενήλικοι φέρονται σαν να τη θεωρούν χάσιμο χρόνου. Σε αντιστάθμισμα, σκηνοθετούν, υποκριτικά, τελετές τιμητικής αποστρατείας της παιδικότητας σε κακόγουστα τηλεοπτικά σόου, όπου η λατρεία του μωρουδίστικου κιτς ατενίζει τολμηρά τον οπερατέρ. Επομένως δεν είναι άξιον απορίας ότι πληθαίνουν τα πιο απίθανα μέτρα πολιτικά ορθής μέριμνας ούτως ώστε να προστατεύονται πάντοτε τα παιδιά ως πολίτες και ποτέ η παιδικότητα, της οποίας η βαθύτερη, μυστική αλήθεια είχε ανέκαθεν σύμμαχο την τεμπέλικη κλίση στον ρεμβασμό, απ’ όπου η δική μου γενιά (η τελευταία) πρόλαβε να αντλήσει την αίσθηση των διακυμάνσεων του εσωτερικού χρόνου. Οι διακυμάνσεις εκείνες υπολογίζονται πλέον σαν αναχρονισμός και τα παιδιά γαλουχούνται στην ακαριαία «επικοινωνία» μέσω των SMS και των ψεκασμών αδρεναλίνης.

Με τη σειρά της, η γειτονιά εξαφανίστηκε, οι αλάνες σώζονται σαν ντεκόρ του περασμένου αιώνα και η φιλία τείνει να συμπέσει με τη βαθμολόγηση των στιγμιαίων επαφών μέσω Διαδικτύου. Παράλληλα, τα παιδιά έπαψαν να μαθαίνουν, στα σχολεία, τι σημαίνει μάθηση. Απαντώντας πριν σκεφτούν, έπαψαν να σκέφτονται. Φυσικά, η ηθική δήθεν αντιπαλότητα ανάμεσα στη λογική της εκπαίδευσης και στα πρότυπα ψηφιακής διασκέδασης που κυριαρχούν είναι εκατό τοις εκατό πλαστή. Σχολείο και ηλεκτρονική ψυχαγωγία συνεταιρίζονται στην κοινή περιφρόνηση του χρόνου, που καθίσταται εμπόδιο και πρέπει να παρακαμφθεί ή να κονιορτοποιηθεί σε αμέτρητα μικροκαθήκοντα εξοικείωσης με τον τρόμο της ρευστότητας. Ενημέρωση και βιντεοπαιγνίδι συγκροτούν το ίδιο μέτωπο στη μάχη υπέρ της αποστήθισης. Παντού επικρατεί ένα κλίμα υποτονικού πολεμικού πανικού. Εξειδίκευση και θεάματα, αθλητισμός και διαφήμιση, εθελοντισμός και στατιστική, κινητή τηλεφωνία και λατρεία της συναίνεσης, σεξουαλική απελευθέρωση και συλλογική απάθεια, επαγγελματικός προσανατολισμός και χημικό ντοπάρισμα, multiple choice και καλλιέργεια των ανακλαστικών για την κεραυνοβόλο ανταπόκριση στις αμέτρητες εφήμερες μόδες, όλ’ αυτά είναι όψεις μιας κοινής φυγόκεντρου: τα παιδιά εξορίζονται όσο μακρύτερα γίνεται απ’ τον «μεταφυσικό» πυρήνα της παιδικής ηλικίας. Η παλιά, ειρωνική υπεροχή της ευαισθησίας τους έναντι εκείνης των ενηλίκων έχει βουβαθεί· αποζημιώθηκε με την ίδρυση της Βουλής των Εφήβων.

Θα μπορούσε, άραγε, κανείς να αναρωτηθεί για το πού βρίσκεται σήμερα η παιδική ηλικία που αφαιρέθηκε απ’ τα παιδιά; Η απάντηση είναι ότι την κρατούν οι ενήλικοι υποθηκευμένη στο βάθος ενός πένθους που δεν συντελέστηκε, δηλαδή του πένθους για τη δική τους παιδική ηλικία, η οποία πέρασε κατευθείαν στη λήθη πριν ωριμάσουν οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσαν να την κατανοήσουν και να την αποχωριστούν. Οι συγκινήσεις έμειναν αδιευκρίνιστες, οι συγκρούσεις πάγωσαν μπροστά στην ανέφικτη συμμόρφωση προς τον αιωνίως εκπρόθεσμο εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας και των ηθών· απότομα, ο κόσμος κατοικήθηκε αποκλειστικά από καταναλωτές. Οι παλιές εφηβικές επαναστάσεις ματαιώθηκαν με τρόπο που δεν ευνόησε την αντήχησή τους στο σύμπαν των αναμνήσεων και οι ντουλάπες γέμισαν σκελετούς. Ξαφνικά, όλα άρχισαν να μοιάζουν πρόωρα και συνάμα καθυστερημένα, φουτουριστικά και συνάμα παλιομοδίτικα. Το δοκιμαστικό ζύγισμα των σχέσεων με τους γονείς, ο ίλιγγος των πολιτισμικών καινοτομιών και η ορμητική εισβολή ενός πρωτόγνωρου μοντέλου «λειτουργικής»/«δυσλειτουργικής» οικογένειας, όλ’ αυτά παίχτηκαν στην κόψη μιας στιγμιαίας ευφορίας και κατόπιν σαρώθηκαν εν μιά νυκτί από την κατάθλιψη και το άγχος των «προκλήσεων» της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.

Ήταν μια μεταβατική εποχή που δεν είχε προηγούμενο. Οι άνθρωποι διδάχτηκαν την Ιστορία από την τηλεόραση. Αυτή τους έσπρωξε στο σημείο φυγής όπου, έκτοτε, η σχέση τους με τη φύση διαμεσολαβείται απ’ τον τουρισμό και την οικολογία. Τους έπεισε ότι η άμεση επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα είναι μολυσματική, τους έδειξε τη νέα γενιά φορητών συσκευών που θα αντικαθιστούσαν την εμπειρία, τους μίλησε για τον επανασχεδιασμό του σώματος και τους πρότεινε να ξεφορτωθούν τους ρυθμούς του παρόντος περνώντας διά μαγείας στο μέλλον μιας βάναυσης, ηθικής αρχαιότητας, ένα είδος προφητικού υπερσυντέλικου όπου οι δεινόσαυροι δικαιούνται τάχα τη συμπάθεια. Τώρα, οι άντρες και οι γυναίκες, μην έχοντας προλάβει να μεγαλώσουν, παίζουν με τα αυτοκινητάκια τους, με τα καλλυντικά και τα γκάτζετ, με τις τιμές του χρηματιστηρίου και τα τεστ εγκυμοσύνης, στερούμενοι και στερούμενες οιασδήποτε κριτικής αντίληψης του τι προηγήθηκε και τι έπεται. Κλέβουν την παιδική ηλικία των παιδιών τους ώστε να τη χρησιμοποιήσουν σαν ασπίδα της δικής τους αποτυχημένης ενηλικίωσης και τα συμβουλεύουν να οραματιστούν έναν κόσμο που θα βγει απ’ τον σωλήνα χάρη στο χάπι του οργασμού. Ο χρόνος γίνεται η διαρκής προεξόφληση ενός δανείου που όλοι χρωστούν ενώ κανείς δεν εισέπραξε, το δε σύστημα απευθύνει στους νέους εκκλήσεις να μάθουν να τον αντιμετωπίζουν σαν το βασικό απόβλητο. Ασφυκτιώντας από την έλλειψη αυτού ακριβώς του χρόνου, τα παιδιά ακούν ξανά και ξανά ότι εκείνο που τους λείπει όχι μόνον δεν είναι σημαντικό αλλά πρέπει να το συγκρίνουν με το σκουπίδι που μένει μετά τη χρήση της ζωής ως καταναλωτικού αγαθού. Δοξάζεται και εδώ η ανακύκλωση.

Παραμένει, άρα, αδύνατον να είσαι παιδί στ’ αλήθεια όταν οι πάντες φέρονται σαν παιδιά. Σ’ αυτή την απόσυρση της αλήθειας απ’ το προσκήνιο, δηλαδή της αυθεντικότητας των βιωμάτων, των πεποιθήσεων και της γλώσσας, όπου εξάλλου θεμελιώνεται η επιτυχία της τηλεόρασης, πόσω μάλλον των πιο εξελιγμένων μέσων «επικοινωνίας» και «ενημέρωσης», τα παιδιά θα απαντούσαν (όπως και απάντησαν) με μιαν άνευ προηγουμένου δυσφορία, την οποία είχαν συνηθίσει να κρύβουν στα βάθη της βαρεμάρας και της ανορεξίας. Ούτε καν η αλήθεια της αφέλειας δεν τους επιτρεπόταν, αφού η αφέλεια είχε πάψει να αντιπροσωπεύει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικους· ομολογουμένως, ποτέ η ενήλικη αφέλεια δεν είχε κληθεί να παίξει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στο πεδίο της εξουσίας και της δημοσιότητας.

Λένε πως όλα τα μωρά, λίγο πολύ, μοιάζουν το ένα στο άλλο, όμως σήμερα, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, που θα πει πως η νηπιακή συγγένεια των χαρακτηριστικών του προσώπου υποχωρεί, είναι οι πατεράδες εκείνοι που αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, από την άποψη ότι μένουν ομοιόμορφα αθέατοι. Γρήγορα κατάφεραν να εξασφαλίσουν συνθήκες, επαγγελματικές ή άλλες, που τους απαγόρευαν να διασταυρώνονται με τα παιδιά τους, εκτός κι αν αυτά παρέλαυναν σαν ωραία δείγματα DNA στις σχολικές γιορτές. Την ώρα που οι φιλόσοφοι και οι ψυχαναλυτές θρηνούσαν για την εξαφάνιση του Πατέρα ως κυρίαρχου θεσμικού και ιστορικού υποκειμένου, ο κάθε φυσικός πατέρας ήταν κιόλας εξαφανισμένος, έχοντας αφήσει, ένοχα, στη θέση του την πιστωτική κάρτα. Συνεπώς, το να μιλάμε για μονογονεϊκές οικογένειες, αναφερόμενοι σ’ ένα στατιστικό δεδομένο, αποδεικνύεται παραπλανητικό, άπαξ και οι οικογένειες κατέληξαν ουσιαστικά μονογονεϊκές στο σύνολό τους, με τον πατέρα να περιορίζεται σ’ ένα απρόσωπο σημείο αναφοράς των οικονομικών διευθετήσεων. Μοναδική του αγωνία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι η εκμετάλλευση των ευκαιριών ώστε να απομακρυνθεί απ’ τον συναισθηματικό πυρήνα της οικογένειας ακόμη περισσότερο, παύοντας να βλέπει εκείνο που ενσαρκώνουν οι διπλανοί του: δηλαδή την αδιάψευστη υπενθύμιση της αποτυχίας του να συνδεθεί σε βάθος.

Μια και δεν είναι πάντα εύκολο για τον δότη σπέρματος, τον φερόμενο ως πατέρα, να απέχει από το οικογενειακό διαμέρισμα με κάποιο πρόσχημα, εσωτερικεύει την απόσταση και αγκυροβολεί μπροστά στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή, δίνοντας στο παιδί του το παράδειγμα μιας ζωής που λυτρώνεται απ’ τις δυσκολίες του Λόγου μέσω του σημείου φυγής, στις οθόνες. Οχι λιγότερο αλλοτριωμένες, οι μητέρες διασκεδάζουν την απογοήτευσή τους καθρεφτιζόμενες στα γυναικεία έντυπα και απολαμβάνοντας τίτλους όπως «Τι απέγιναν οι άντρες;» ή «Συνδυάστε καριέρα και οικογένεια». Οσο για τη στοργή, που κάποτε τις έκανε τόσο αγαπητές, τώρα, αφού προσπάθησαν τολμηρά να γίνουν άντρες οι ίδιες κι αφού το μισοκατάφεραν μιμούμενες τη χειρότερη πλευρά εκείνων, νιώθουν την έλλειψη διαφοράς να παγώνει τα σεντόνια.

Επομένως, δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε πού κρύβονται οι πατεράδες. Κρύβονται εκεί ακριβώς που τους βλέπεις: στον ορίζοντα των συμβάντων της επαγγελματικής ρουτίνας, προέκταση της οποίας αποτελεί η «ψυχαγωγία» ως τόπος όπου αθροίζονται τα «must» και οι ανακλαστικές συμπεριφορές πέριξ των καταναλωτικών καθηκόντων. Για παράδειγμα, τι πιο επαγγελματικό απ’ τις διακοπές, όπου το κύριο μέλημα είναι η εκμετάλλευση του χρόνου και η ταχεία σάρωση των τοπίων της υπαίθρου εν είδει τηλεοπτικών αποζημιώσεων για τη ζωή σε μια πόλη που κατάντησε αφόρητη; Θα ‘ταν ανόητο να αρνηθούμε ότι τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν μιαν αβέβαιη αλλά ζωηρή και επώδυνη αντίληψη αυτού του δράματος· αν και δυσκολεύονται να την εκφράσουν, τα ταλαιπωρεί δραματικά. Ξέρουν ότι έχουν γεράσει πρόωρα και, στο λυκόφως της πατρότητας απ’ την οποία παραιτήθηκαν οι πατεράδες τους, μαθαίνουν διαισθαντικά ότι ο επαγγελματισμός και το κυνήγι των επιδόσεων έχουν εισβάλει στην ιδιωτική ζωή καθιστώντας την τρόπον τινά δημόσια, για να μην πούμε και για την αλλοτρίωση του βλέμματος που συνεπάγεται το φάσμα των φαινομένων τα οποία παράγονται από την παντοκρατορία της κάμερας. Μοιραία, η ονειρική γεωγραφία του σπιτιού εξουδετερώνεται απ’ τη λογική των ριάλιτι, ενώ κάθε μετακίνηση διά μέσου του σκηνικού της πόλης πείθει ότι είναι κι αυτό, με τη σειρά του, ένας λαβύρινθος από κόμβους και προσβάσιμες διευθύνσεις, σαν το Διαδίκτυο. Ο,τι στήριζε παλιά την εμπράγματη έλξη για το μυστήριο της φύσης, πάγωσε κάτω απ’ την πινακίδα του οικολογικού προστάγματος.

Ετσι, και προκειμένου να επιβιώσουν, τα παιδιά και οι έφηβοι αρχίζουν, αργά ή γρήγορα, να συναγωνίζονται τους γονείς, εφόσον οι τελευταίοι δείχνουν να θεωρούν τον ανταγωνισμό σαν τη μοναδική διαθέσιμη γλώσσα. Αυτό διευκολύνει τη φυγή των γονέων. Η αμηχανία που προκαλείται απ’ το πλήθος των ανεκπλήρωτων συναισθηματικών οφειλών απέναντι στα παιδιά, επιφέρει την παράλυση και των πιο στοιχειωδών χειρονομιών θέρμης και γενναιόδωρης προσφοράς. Για να την αντισταθμίσουν, γίνονται υπερκινητικοί. Από τη θέση κάποιου που κινείται πάνω κάτω τηλεφωνώντας και διαπραγματευόμενος επαχθείς συμβιβασμούς, εκπαιδεύουν τον εαυτό τους να κοιτάζει τα παιδιά δίχως να τα βλέπει και δίχως να τα ακούει, ενώ η κακή τους διάθεση παρακάμπτει διαρκώς, μέσω αντιπερισπασμών, τη διάχυτη υποψία ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι εντελώς διαφορετικά αν οι άνθρωποι, αντί να πληκτρολογούν, συζητούσαν.

Εντούτοις, το αναπάντητο αίτημα των παιδιών για κάτι που μένει εκτός κατανόησης και που καθησυχάζεται προσωρινά με το να «επιλέγουν» καταναλωτικά δολώματα ή εντολές στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου είναι ευδιάκριτο κατά τη διάρκεια όλων των επεισοδίων βίαιης αντίδρασης στην ανία της εκπαίδευσης. Περισσότερα, στο επόμενο.

7 – 18/01/2009
ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Τα αίτια της εξέγερσης των παιδιών (2)


Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Τ α παιδιά είναι οι αγρότες της πόλης. Τους έχει ανατεθεί να καλλιεργούν τα σκουπίδια, το βασικό προϊόν του αστικού πολιτισμού. Ο Ιούνιος κι ο Σεπτέμβρης παραμένουν αφιερωμένοι στη συγκομιδή. Η Σελήνη στη γέμιση.

Α υτό εξάλλου περιγράφει τη μοίρα όλων μας και ελάχιστα αντιβαίνει προς το συμπέρασμα ότι η κοινωνία, συνολικά, παλιμπαιδίζει. Κατ’ ουσίαν: α) τα αγροτικά προϊόντα, που υποβαθμίστηκαν σε σκουπίδια και που οι αγρότες τα σκορπούν επιδεικτικά μπροστά στις κάμερες για να δείξουν ότι η τιμή τους πλησίασε το μηδέν, και β) τα κοινά σκουπίδια που παράγει η κοινωνία καθημερινά, διοχετεύοντάς τα στις χωματερές, διαφέρουν ελάχιστα.

Πριν από τριάντα μόλις χρόνια, όταν το πλαστικό αποτελούσε ακόμη εξαίρεση, ήταν ακριβώς τα σκουπίδια (όπως και τα λύματα των βόθρων) που χρησίμευαν για να λιπανθούν τα δέντρα και τα λαχανικά τα οποία, με τη σειρά τους, θα ευδοκιμούσαν για να πουληθούν και να φαγωθούν κατόπιν μαγειρικής επεξεργασίας, αφήνοντας πίσω ένα ελάχιστο ίχνος, κουκούτσι ή φλούδι ή ρίζα, και το ίχνος επανεισαγόταν στον κύκλο της οικιακής οικονομίας, με δυο λόγια στον λάκκο με τα σκουπίδια, όπου θα ζυμωνόταν από τη φύση το λίπασμα της επόμενης χρονιάς. Τώρα, τα σκουπίδια δεν λιώνουν, αλλά γίνονται αυτά αντικείμενο χημικής επεξεργασίας, ενώ τα δέντρα καρποφορούν σκουπίδια. Η ευκολία και συχνότητα με την οποία οι χωματερές καταπίνουν τόνους πορτοκαλιών ή ροδακίνων δείχνει ότι οι όροι αντιστράφηκαν κι ότι το απόβλητο είναι πια ο ίδιος ο καρπός: αντί το περιττό να εισάγεται στη ρίζα ενός κύκλου ώστε να πυροδοτήσει την ανανέωση της πολυτιμότητας, πολυτιμότητα και περιττό συγχωνεύονται κατευθείαν.

Ξ έρουμε δηλαδή πως το «κουκούτσι» του πράγματος, εκείνο που δεν τρωγόταν, ήταν κάποτε ιερό, κάτι σαν πεμπτουσία ή σύμβολο της πυκνότητας της ύπαρξης: αν οι θεοί το έδιναν ως ένα μη καταναλώσιμο αντικείμενο, ήταν επειδή το προόριζαν να ταφεί και να καρποφορήσει. Σήμερα, το φρούτο, όπως και η γνώση, παρουσιάζεται, ολόκληρο, σαν ένα συμπαγές φύραμα του καταναλωτικού κύκλου, μια στερεοποιημένη ιδέα της παλαιάς γεωργικής αφθονίας χωρίς γεύση ή αξία ανταλλαγής, μόνον με τα έντονα χρώματα που ευνοούν την άσκηση οπτικής γοητείας και συνάμα επέχουν θέση σήματος κινδύνου για την ανακύκλωση της συσκευασίας, διατροφική και οικολογική. Αν μια φορά κι έναν καιρό η γνώση οργανωνόταν π.χ. γύρω απ’ τον άξονα μιας ιστορικής χρονολογίας (αυτό ήταν το σημαντικό, διότι αντιστεκόταν στην απομνημόνευση), τώρα η χρονολογία, ο γυμνός αριθμός, έγινε το βασικό στοιχείο εστίασης, η καθαρή πληροφορία, το φετίχ μας: κρατάμε πλέον αυτό που είναι κατ’ εξοχήν για πέταμα.

Ω ς εκ τούτου, τα δέντρα, μεταφορικά μιλώντας, δεν ριζώνουν πουθενά. Και ιδού πώς εξηγείται η απάθεια της πλειονότητας των Αθηναίων όταν τα συνεργεία του δημάρχου επιτίθενται για να τα εξαφανίσουν. Οι Αθηναίοι είναι εκείνοι που πρώτοι εγκατέλειψαν τις καλλιέργειες για να συμβάλουν στον υδροκεφαλισμό της πρωτεύουσας, στρατολογημένοι στην κανιβαλική υπερανάπτυξη μιας πόλης προσφύγων, όπου, στο εξής, θα ζουν με την ενοχή για το ότι άφησαν τα πνεύματα των δέντρων να πεθάνουν από μαρασμό.

Η ίδια ανθρωπολογική μετάλλαξη παράγει συμπτώματα σαν την αδιάφορη ανοχή των δημοτών προς την παλινόρθωση του καμένου τηλεοπτικού δέντρου των Χριστουγέννων, πάνω στο οποίο τα παιδιά κρέμασαν τελικώς «αληθινά» σκουπίδια, γελοιοποιώντας, στη νιοστή, το σύμβολο μιας νεκρής χλωρίδας που έγινε σκουπίδι η ίδια. Εξαντλώντας την αλληγορική σημασία της έννοιας του φυτικού, το δέντρο μετατράπηκε σε έμβλημα της ηθικής και πνευματικής λοβοτομής ενός λαού που καταναλώνει τελετουργικά, απλώς και μόνον διότι αυτό απαιτεί η ημερολογιακή σύμβαση. Κάτι σαν τις εξετάσεις του λυκείου, για τις οποίες κάποιος χέστηκε. Ή σαν τις άοσμες και ρηχές, τις μονοκόμματες, τις μονομερώς απομνημονεύσιμες και δίχως αντίλαλο απαντήσεις που ζητούν οι εξεταστές των Πανελληνίων για να εφαρμόσουν επάνω τους σταθερά και στεγνά προδιαγεγραμμένες τιμολογήσεις, σαν κωφάλαλοι ή τυφλοί. Αυτό που τίθεται στη ριζική υποδοχή του γνωστικού δέντρου είναι το ίδιο το σκουπίδι μιας καρποφορίας που λιπαίνει τον εαυτό της ματαίως.

Εν ολίγοις, σκουπίδι είναι το κάθε τι για το οποίο επιτρέπεται να πούμε πως έχασε το περιεχόμενό του ή, πιο σωστά, το νόημα που μετέφερε μέχρι προ τινος, εφόσον το νόημα ισοδυναμεί με το συναισθηματικό και λογικό περιεχόμενο κάθε πράγματος που γίνεται αντιληπτό. Αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τις χρονολογίες στο μάθημα της ιστορίας, ούτε τα ντεσού της «ενημέρωσης» για όσους πεθαίνουν τάχα από επιθυμία να μάθουν αν αυτή τη στιγμή χιονίζει στο Οσλο ή αν το τσιγάρο Silk Cut της κατηγορίας μοβ, περιέχει όντως 7 δέκατα του μιλιγκράμ νικοτίνη. Ο καθένας μας ξέρει, φέρ’ ειπείν, πως ο χαρακτηρισμός σκουπίδι αρμόζει στο 90% των όσων μας περιβάλλουν ως κτίσματα ή των όσων τρώμε· τέλος, το 90% των όσων προβάλλει η τηλεόραση, πιθανόν το 95%, αν συμπεριλάβουμε τα δήθεν έγκυρα επιστημονικά ντοκιμαντέρ που δεν μεταφέρουν άλλο μήνυμα απ’ το ότι ο Homo sapiens συγγενεύει στενά με τον πίθηκο. Όσο στενότερη η συγγένεια -θα το παρατηρήσατε!- τόσο πιο χαρούμενοι οι επιστήμονες. Οπως η παιδεία και η αγροτική ζωή, η τηλεόραση είναι η χωματερή του ίδιου του προϊόντος της, ακαριαία μετατροπή μιας τρελής καρποφορίας, που δεν μπορεί να χωνευτεί, σε πρώτη ύλη, που δεν μπορεί να καρποφορήσει.

Το ανάλογο ισχύει προφανώς για τις μόδες, την πολιτική, τον αθλητισμό, τη διασκέδαση και τη θρησκευτικότητα.

Δεν είναι άρα συμπτωματικό, εκτός κι αν οφείλεται ίσως σε κάποια σκηνοθετική ειρωνεία της τύχης, το ότι η μαζική διαμαρτυρία της αγροτικής τάξης με την κατάληψη των μεγάλων οδικών αρτηριών ακολούθησε τις ταραχές της εξέγερσης των παιδιών, σαν η άλλη της όψη. Οι αγρότες, όπως και τα παιδιά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, αρνούνται να εξακολουθήσουν να επενδύουν σε σκουπίδια. Το αν ο χαρακτηρισμός δικαιολογείται από την κατακόρυφη πτώση της τιμής των οπωροκηπευτικών ή απ’ το γεγονός ότι τα τελευταία έχουν γεύση μηδέν, λίγο μετράει, αφού πρόκειται για δύο εκδηλώσεις της ίδιας νομοτελειακής απαξίωσης.

Ετσι, υποχρεωτικά, στο κείμενο που ακολουθεί και προκειμένου να γίνει σαφές το σκεπτικό του, θα μιλήσω για τα κάθε είδους σκουπίδια αυτών των δύο κόσμων ανάμεσα στους οποίους ενηλικιωνόμαστε και γερνάμε: το μυθιστόρημα μιας υπαίθρου που σαπίζει και το αφήγημα μιας παιδείας που δεν καρπίζει· θα μιλήσω επομένως για τα σχολικά βιβλία και τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, για τα δεκαπενταμελή και για τους εμπρησμούς στις δασικές εκτάσεις, τέλος για την πολιτική των επιδοτήσεων και για την πυρπόληση των κάδων στα οδοφράγματα, η οποία, κατά τη γνώμη μου, σίγουρα διαφορετική από εκείνη της πλειονότητας των αρθρογράφων και αναλυτών, δεν οφείλεται μόνον σε οργή, σε μίσος, στο πάθος του εντυπωσιασμού ή στην πρόνοια για μιαν αυτοσχέδια χημική άμυνα απέναντι στα δακρυγόνα αλλά, κυρίως, σ’ ένα μισοσυνειδητοποιημένο ξέσπασμα αγανάκτησης κατά του εμπορεύματος (αστικού, αγροτικού, εκπαιδευτικού, ψυχαγωγικού κ.λπ.) που κατάντησε ρύπος.

Θα αποδειχτεί, ελπίζω, ότι ο στόχος του παραλληλισμού συνεισφέρει σε κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό από μια χιλιοστή επαλήθευση του νόμου δράσης/αντίδρασης. Ναι μεν σπέρνουμε ό,τι θερίζουμε, για να το διατυπώσουμε στη γλώσσα των παροιμιών, αλλά εδώ ισχύει επίσης ότι δεν σπείραμε εξαρχής δηλητήριο -όχι, η τέχνη δεν ήταν πάντοτε σκουπίδι, η πνευματικότητα δεν ήταν ανέκαθεν εμπόρευμα, η γλώσσα δεν ήταν εξαρχής χωρίς σημασιακές αντηχήσεις. Μέχρι προχτές, η μουσική πρόσφερε ερμηνείες της ίδιας της της απόλαυσης, η λογική επέφερε πρακτικές συνέπειες, το σινεμά εξυφαινόταν σαν το όνειρο μιας πόλης τη νύχτα και η σχολική περιπέτεια, παρά τις βλακώδεις επαρχιώτικες και εθνικοπατριωτικές της προκαταλήψεις, έμοιαζε να συνδέεται με κάποιο εμπειρικό αντίκρισμα, εντοπίσιμο μέσα στην καθημερινή ιστορία των κοινοτήτων.

Το σεξ αναφερόταν σ’ ένα μυστήριο.

Και οι γεύσεις ήταν γεύσεις. Και, ώρες ώρες, τα αστέρια του καλοκαιριού έσκαγαν σαν ένα πυροτέχνημα σ’ έναν απρόσιτο χάρτη οιωνών και ερωτικών ελπίδων, ενώ οι διάσημοι δεν γίνονταν τέτοιοι απλώς επί τη εμφανίσει· ακόμη και τα φαντάσματα, στις εγκαταλελειμμένες αγροικίες, αποκτούσαν τη φήμη τους μετά από επισκέψεις αιώνων. Ξεχώριζες, εύκολα την καλοσύνη απ’ την κακία, την ευφυΐα απ’ την ανοησία, την αγωνία των διακοπών απ’ το άγχος της εργασίας, ξεχώριζες το ιδιωτικό απ’ το δημόσιο, το αρσενικό απ’ το θηλυκό, τις νέες γυναίκες απ’ τις γερασμένες. Ξεχώριζες τη ζωή απ’ την επιβίωση, τη μίμηση απ’ την απομίμηση, το πρωτότυπο απ’ το αντίγραφο, την τεχνολογία απ’ την επιστήμη, τη ζωγραφική απ’ τη διαφήμιση, τη γνώση απ’ την πληροφορία και τη χρήση απ’ τη διαχείριση. Ξεχώριζες τη σκέψη απ’ την υπολογιστική ικανότητα των μηχανών.

Και ξεχώριζες το χρήσιμο απ’ το εύχρηστο. Και ήταν άλλο η γεωργία και άλλο η εκμετάλλευση της γης.

Και πανεύκολα μπορούσες να διακρίνεις την αντίθεση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης.

Αν η παιδεία ισοδυναμούσε με τη μύηση του ατόμου στην ικανότητα να ανήκει σ’ ένα σκεπτόμενο σύνολο και αν η εκπαίδευση αντιστοιχούσε στην επαγγελματική ενασχόληση με τα ζώα του τσίρκου, το πασιφανές γεγονός ότι σήμερα αυτά τα δύο συγκλίνουν, για να μην πούμε ταυτίζονται, εγκαινιάζει τη σκηνή όχι ενός πολέμου, όπως πιστεύουν οι «αγανακτισμένοι πολίτες», αλλά μιας γιγάντιας κοινωνικής και ηθικής χωματερής όπου και οι ίδιοι τρέφονται με αυτό που παράγουν, δηλαδή με απόβλητα. Θυμίζω τη σχέση κατανόησης και χώνεψης όπως καταγράφεται στο αγγλικό ρήμα digest -αφομοιώνω, μαθαίνω σε βάθος. Τώρα χωνεύουμε το ίδιο μας το έντερο. Μήπως η νόσος των τρελών αγελάδων δεν αναπτύχθηκε πάνω στην κατάχρηση της διατροφής των ζώων με τα ίδια τους τα αλευροποιημένα πτώματα; Παρομοίως, αγροτική ζωή και παιδεία εμφανίζονται αντεστραμμένες: η πέψη εκκινεί όχι απ’ την εισαγωγή της τροφής αλλά απ’ την επαναπαροχέτευση της αφόδευσης.

Αραγε, ολόκληρη η σφαίρα της συσκευασμένης γνώσης των multiple choices, όπου η σκέψη αποσυντίθεται και κρυσταλλοποιείται, δεν είναι ένας χώρος υγειονομικής ταφής; Θα υπερέβαλλε μήπως κανείς υποστηρίζοντας ότι η πληροφορία είναι η γνώση μείον τη σκέψη; Οταν ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίζεται στη Βουλή κραδαίνοντας το προτεινόμενο μαγικό του e-book, τι άλλο κραδαίνει αν όχι το κλειδί ή το κάτοπτρο ενός μέλλοντος όπου οι ψηφοφόροι θα σκέφτονται με όρους εξυπηρέτησης πολυκαταστήματος ετοιμοπαράδοτων γνωστικών ανακλαστικών; Εξαρτημένων ή όχι, δεν χρειάζεται να το διευκρινίσω. Χαράς ευαγγέλια για τη σοσιαλδημοκρατία· είχε από γεννησιμιού της πολλά προτερήματα, αλλά η λατρεία του σκέπτεσθαι ουδέποτε υπήρξε ένα απ’ αυτά.

Οντως, η κοινωνική πραγματικότητα δεν ήταν πάντοτε διαβρωμένη από το φαντασιακό των ΜΜΕ· μάλιστα, η δική μου γενιά είχε το κακό προνόμιο, πάντως προνόμιο, της γνωριμίας και με τους δύο κόσμους, τον πριν απ’ την «επικοινωνιακή» έκρηξη κι εκείνον που την ακολούθησε -μια καμπή που μπορεί να σκιαγραφηθεί, χοντρικά, σαν ο μεγάλος αλλά ηθικά ανεπαίσθητος κραδασμός της δεκαετίας του ’70. Ομολογουμένως, αυτό το πλεονέκτημα, αυτή η δυνατότητα εκτίμησης του μεγέθους της παρακμής επί τη βάσει ενός ιστορικού μέτρου σύγκρισης είναι κάτι που η γενιά των εφήβων, σήμερα, στερείται. Γαλουχημένη από μηδενική αφετηρία με τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, μπροστά στις οθόνες, μακριά απ’ τους διαρκείς συγκινησιακούς αυτοσχεδιασμούς της γειτονιάς, δίχως Θεό και ηρωικές ψευδαισθήσεις, περιορίζεται σε διαισθαντικές υποψίες εκείνου που οι μεγαλύτεροι αφήνουν να εννοηθεί.

Ετσι, κάτι που ανήκει στο φάσμα των μύχιων στεναγμών της ζωτικής ανάγκης για αλήθεια, την ωθεί να συλλάβει, ας πούμε, το ρίγος της διαφοράς ανάμεσα στο σινεμά και στην τηλεόραση· νιώθει ότι το εμπειρικό ανάγλυφο μιας ταινίας δεν είναι διόλου ανεξάρτητο απ’ το πού και πώς η τελευταία προβάλλεται. Αισθάνεται επίσης ότι τα σπορ είχαν κάποτε μιαν αίγλη ανεξάρτητη της ακροαματικότητας, μιαν εσωτερικευμένη ένδοξη διάσταση που σχετιζόταν με την παρθενική αφέλεια της τιμής των όπλων. Ολ’ αυτά συνυπάρχουν σαν συνειδησιακά ίχνη του ψυχισμού των παιδιών και γεννούν απορίες μέσα στα κύματα μιας αβεβαιότητας για την οποία οι ενήλικοι τα μέμφονται, κρυμμένοι πίσω από πολυσέλιδα διαφημιστικά φουσκωτών ή 4Χ4 και μεταμφιέζοντας αδέξια τη δική τους απελπισία σε αναίτια κινητικότητα, της οποίας τα ζοφερά ψυχοσωματικά επακόλουθα απωθούν και μετατρέπουν σε νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος ή σε ξένα σώματα στο συκώτι.

Εντούτοις, η λεγόμενη νέα γενιά είναι ακόμη εξαιρετικά ανθρώπινη για να της κρύψουν ότι την ταΐζουν σκουπίδια -το αντιλαμβάνεται και επαναστατεί. Εξακολουθεί να διατηρεί μιαν αόριστη αίσθηση του ότι η σβέση, μέσα στη νεωτερικότητα, της σημασίας των πραγμάτων ήταν σταδιακή· επιπλέον, καταλαβαίνει ότι αυτή η σβέση επιταχύνεται κι ότι τα περιθώρια συμμετοχής στην αυθεντική εμπειρία ελαχιστοποιούνται. Καταλαβαίνει ότι το μήλο δεν μπορεί να ήταν συμπιεσμένο αλεύρι ήδη από την εποχή της Εύας κι ότι πρέπει να μεσολάβησε μια περίοδος λυκόφωτος, η εξάχνωση εκείνου που τα βιβλία αναγνωρίζουν σαν Ιστορία.

7 – 15/02/2009
Ελευθεροτυπία

Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών (3)
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Αυτό είναι το σημείο καμπής, όπου η μετανεωτερική κοινωνία, έχοντας φτάσει στο τέλος της, παραδόθηκε αμαχητί στον πειρασμό του ναρκισσισμού, ο οποίος, είναι γνωστό, αναπτύσσεται σε κάθε ιστορικό επίλογο. Καθρεφτίστηκε μελαγχολικά στον εαυτό της και, αυτό κάνοντας, αναγνώρισε την εποποιία των σκουπιδιών -το είναι της. Εκδήλωσε κάποιες τύψεις για τους τόνους των πυρηνικών και χημικών αποβλήτων που άδειαζαν οι εταιρείες στα ποτάμια της Αφρικής και επέβαλε στους ηθοποιούς του Χόλιγουντ την υποχρέωση να υιοθετούν παιδάκια από τις σπαρασσόμενες χώρες της διακεκαυμένης ζώνης· ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί θέλουν ή έχουν 14 -να τους ζήσουν! Φαγητό, κακά, νάνι, φημισμένα ιδιωτικά σχολεία, τι άλλο να προλάβουν οι δύο στοργικοί γονείς; Ας ελπίσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί οικιακοί βοηθοί για να κατεβάζουν τα σκουπίδια.

Ολόκληρη η Δύση ψεκάζει με αποσμητικά. Τα σκουπίδια είναι τώρα γι’ αυτήν το μείζον αντικείμενο αγάπης/μίσους, είναι ο αφρός της, ποθητός και συνάμα πανταχού παρών, διαφιλονικούμενος κι εντούτοις δωρεάν. Η καταναλωτική κοινωνία λειτουργεί λες και η σταθερή ημερήσια παραγωγή σκουπιδιών συνιστά το βασικό της κίνητρο και συνάμα τον μηχανισμό της εθιμοτυπίας της. Παγκοσμιοποίηση ήταν η μετατροπή του πλανήτη σε απορριμματοφόρο, για να μην πούμε και για τα διαστημικά σκουπίδια στη στρατόσφαιρα. Οι Αμερικάνοι πετούν, καθημερινά, στα σκουπίδια δέκα εκατομμύρια αναπτήρες· όμως, στον κόσμο της ολικής αντιστροφής, δηλαδή στον κόσμο μας, αυτό είναι απλός αναχρονισμός: απεναντίας, κακόγουστα σκουπίδια από τιτάνιο και πλατίνα αξίας διακοσίων χιλιάδων δολαρίων φιγουράρουν στις μεταμοντέρνες γκαλερί του Μπέβερλι Χιλς, όπου τη θέση των σκουπιδιών έχουν καταλάβει τα χρήματα, τα τσεκ. Μέχρι και οι βομβαρδισμοί χωρών του Τρίτου Κόσμου, και ακριβώς σε πείσμα του ότι τα υπερόπλα αποτελούν το άνθος της τεχνολογικής ανάπτυξης, σχεδιάζονται σαν γιγάντιας κλίμακας εκκενώσεις απεμπλουτισμένου ουρανίου στις ερήμους και στους βυθούς, ύστατη ανακούφιση της υπερπαραγωγής απ’ το άγχος του πλεονάσματος.

Σ’ αυτή την αντίφαση υπακούει η διφορούμενη στάση μας, καθώς ζούμε παγιδευμένοι στην προϊούσα σύγκλιση περιττού και περιζήτητου, είτε πρόκειται για γνώση, είτε για εμπόρευμα, είτε για τον ίδιο τον χρόνο. Εξάλλου, το ότι αναδύονται αντιφάσεις αναγγέλλει την πιο ευχάριστη απόδειξη του ότι δεν είμαστε θεοί. Αρα, λίγη ταπεινοφροσύνη δεν θα έβλαπτε.

Φέρ’ ειπείν, εν ονόματι εκείνου που ονομάζουν «ανάπτυξη», δρόμοι όλο και πιο άνετοι, όλο και πιο φαρδείς, όλο και πιο σωστά σηματοδοτημένοι, μας οδηγούν σε κάποιον επαρχιακό προορισμό όλο και πιο γρήγορα, και ακόμη πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και το ζήτημα είναι να πηγαίνεις απ’ την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη σε δέκα λεπτά, μολονότι κανένας δεν μπορεί να αιτιολογήσει την τυφλή, τη μανιακή αφοσίωση στο δόλωμα μιας τέτοιας πανικόβλητης μετακίνησης που τείνει να γίνει ακαριαία. Σκανδαλωδώς αναπάντητο μένει το ελατήριο, το γιατί (νιώθουμε ότι πρέπει) να ταξιδεύουμε όλο και γρηγορότερα, ειδικά τη στιγμή που η ηθική (και οικονομική εδώ που τα λέμε) αξιοπιστία όλων ανεξαιρέτως των εκκρεμουσών υποθέσεων φθίνει. Μπορούμε τουλάχιστον να παρατηρήσουμε ότι η μύχια αντίληψη του τοπίου εκμηδενίζεται: η κάποτε υπέροχη χρωματική ύφανση της υπαίθρου είναι τώρα το απορριμματικό κατάλοιπο της επιτάχυνσης. Με τον ίδιο τρόπο, το στοχαστικό και αισθαντικό τοπίο της γνώσης είναι το κατάλοιπο της υπερταχείας απόκτησης πτυχίων.

Ετσι, ένα σύνθημα όπως το ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ παύει να παραπέμπει, έστω νοσταλγικά, σε περιόδους ευφορίας σαν τον παρισινό Μάη και γίνεται κεντρικό, επιθετικό σλόγκαν της Vodafone. Σε αντίθεση με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, οι διαφημιστές καταλαβαίνουν εγκαίρως τι είναι εκείνο που λείπει: η παλιά, πηγαία ζωή της αυθεντικής επικαιρότητας. Ούτε στην παιδεία, ούτε στο ταξίδι, ούτε στην καλλιέργεια της γης αφομοιώνουμε πλέον τη στιγμή, αλλά η στιγμή είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να πεταχτεί στη χοάνη της αχρηστίας το ταχύτερο, να σβηστεί και να ξεχαστεί. Το πένθος της κάθε στιγμής, της κάθε ώρας, της κάθε μέρας, της κάθε χρονιάς, το μετείκασμά της στην επόμενη και στη μεθεπόμενη, αντιμετωπίζεται σαν κάτι το αδιανόητο. Η επερχόμενη στιγμή πρέπει να είναι πάντοτε καινούρια, σαν προϊόν που θα πουληθεί.

Οσο για την Αριστερά, και αναφέρομαι στην Αριστερά που δείχνει επιτέλους να ξέρει από πού έρχονται τα χελιδόνια την άνοιξη, εκείνο που πρωτίστως και με ανυποχώρητο φανατισμό αποφεύγει να θίξει είναι ο φιλοσοφικά συζητήσιμος χαρακτήρας της αμήχανης συναίνεσής της σ’ αυτή την εξέλιξη, διότι η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ενοχοποιητική: φτάσαμε ώς εδώ ειδικά προσπερνώντας τη στιγμή, σαν ψυχικό αγκυροβόλιο του ανθρώπου και διαγράφοντάς την· τα καταφέραμε πιστεύοντας ότι η ζωή όχι μόνον δεν πρέπει να επιδιώκει την απεριόριστη διαπλάτυνση του αθρόου συμβάντος, τόσο σημαντικού άλλωστε για τη βαθμιαία συνειδησιακή αναπροσαρμογή των παιδιών και των εφήβων, αλλά οφείλει να εξαντλείται στη στρατηγική και στο «ορθολογικό» ξετύλιγμα πενταετών πλάνων, χώρια τα ανδραγαθήματα στην παπαγαλία, που ευφραίνουν τους καθοδηγητές. Η στιγμή της τωρινότητας κρίθηκε άχρηστη, διότι η απόλαυσή της ήταν ψυχικής τάξης. Ηδη το ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ! είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διαφημιστικό σλόγκαν ενός διάσημου αναψυκτικού, όταν έφηβοι-πρότυπα, εκτελώντας δύσκολες φιγούρες πάνω στο σκέιτ, απολάμβαναν τη στιγμή συμμετέχοντας μέσω φαντασιακών εκφορτίσεων αδρεναλίνης στην εκσπερμάτιση των φυσαλίδων του ανθρακικού. Οι διανοούμενοι θεώρησαν αυτή την πλαγίως διοχετευόμενη ενέργεια σπατάλη, την υποτίμησαν: κανείς δεν βρέθηκε να τη συσχετίσει με το αίτημα μιας εξέγερσης ενάντια στη δικτατορία μιας τεχνολογίας που είχε καταστήσει το παρόν ανυπόφορο· σερφάροντας, τα παιδιά κυνηγούσαν τον φωτοστέφανο της στιγμής που αιωνίως διαφεύγει.

Απέναντι σ’ αυτή την υφαρπαγή της αυθεντικότητας της εμπειρίας, η Αριστερά είχε μείνει εξαρχής απαθής, απορροφημένη από τον γρίφο των εσωκομματικών ισορροπιών. Ακόμη σήμερα, συμφωνεί με τους υπόλοιπους, είτε πρόκειται για τα ακαδημαϊκά στελέχη, είτε για τον Μπαράκ Ομπάμα, είτε για τις πολυεθνικές που διαφημίζουν τα προϊόντα τους μ’ έναν υπερθεματισμό της αξίας τού «αύριο», στο ότι επιβάλλεται να στραφούμε αποκλειστικά προς το μέλλον, δίχως αλληλεπίδραση με το εκκρεμές πένθος των βιωμάτων του παρελθόντος, τα οποία ματαίως περιμένουν να τα μετατρέψουμε σε διδάγματα. Και για την Αριστερά, λοιπόν, η θέση του αιτήματος ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ είναι ήδη κατειλημμένη απ’ το απατηλό πνεύμα της «επικοινωνίας» αλά Vodafone, με αντιπαροχή το πολυθρύλητο ΚΟΙΤΑΖΩ ΜΠΡΟΣΤΑ και τις συναφείς μετωνυμίες του σημείου φυγής, όπου μετακυλίονται όλες οι υπεσχημένες ανταμοιβές της μελλοντολαγνίας. Αντί να ζήσουμε τη στιγμή, παρατείνοντάς την, αντιληφθήκαμε το ζην ως κάτι το στιγμιαίο.

Κοντολογίς, η εποχή, η γενική τάση, πίεζε να συλλάβουμε το ζην ως την αέναη διαδοχή εκείνου που έπαψε να υφίσταται (παρελθόν) κι εκείνου που δεν έφτασε ακόμη (μέλλον), σαν σε παρωδία του αριστοτελικού ορισμού του παρόντος. Καταλήξαμε, συνεπώς, στο ζωή= μηδέν, όπως ας πούμε στην εκπαίδευση, όπου η ζωή, η πραγματική ζωή που έπρεπε να ρέει ανάμεσα στις ψυχικές μαρμαρυγές των προσώπων μεγεθύνοντάς τες, συγχέεται σκόπιμα με τη ζωή ως συνεσταλμένο λειτουργικό μέγεθος που μελετάται απ’ τη βιολογία: «Η ζωή», γράφει ο Ζακ Τεστάρ, και με το δίκιο του, «είναι ένα θανάσιμο νόσημα που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή». Μπείτε στο κύτταρο, σύντροφοι. Αυτό θα είναι, στο μέλλον, το στρατηγείο μας. Ηδη οι διασπάσεις των ομάδων θυμίζουν φράκταλ.

Οταν αναφερόμαστε στην αίσθηση του τέλους της Ιστορίας (και όχι βέβαια με την αφελή έννοια που δίνει ο Φουκουγιάμα), εννοούμε αυτή την άμβλυνση της μνήμης των αλληλοδιαδοχικών παρόντων, που έχασαν την τρισδιάστατη υφή τους. Μια παρόμοια άμβλυνση είναι, για τον ψυχισμό των παιδιών, εξουθενωτική. Φωτογραφίζοντας με τα κινητά τους τηλέφωνα το κάθε τετριμμένο στιγμιότυπο, τα παιδιά παύουν να θεωρούν τη στιγμή του παρόντος σαν τον τόπο όπου αίρεται η άρθρωση παρωχημένου/επικείμενου ώστε να επιτραπεί η εμβάθυνση των διαπροσωπικών σχέσεων, και υποχρεώνονται να μεταθέσουν τα συναισθήματά τους είτε στο παρελθόν (στο αρχείο) είτε στο μέλλον (στο ψυγείο), ενώ οι υπαινιγμοί των ταινιών του σινεμά γύρω απ’ την παλιά ρομαντική πίστη ότι «το παρόν διαρκεί όσο ένα ερωτικό φιλί» τους φαίνονται αδιάφοροι ή ευτράπελοι.

Ετσι, απ’ την πλευρά της, με ελάχιστες παραφωνίες, η Αριστερά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι, αν τα παιδιά δυσανασχετούν και εξεγείρονται, δεν είναι διότι τους κλέβουν το μέλλον, όπως το θέτει λ.χ. ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά διότι τους κλέβουν το παρόν, τους κατάσχουν την εφηβεία, απομακρύνοντάς τα απ’ το σημείο βρασμού των συμβάντων και αφαιρώντας τους τη δυνατότητα μιας ζωηρής συμμετοχής στον ενεστώτα των συγκινήσεων. Μέχρι και τα σπασικλάκια γκρινιάζουν για την έλλειψη χρόνου. Σχολείο, φροντιστήρια, βίντεο, SMS, Ιντερνετ, ερωτικές σχέσεις, συναισθηματικές διευθετήσεις, αλληλεγγύη, οικογένεια, σπορ, τα πάντα διεκπεραιώνονται μάλλον παρά συμβαίνουν, τα πάντα συνιστούν παράλληλα, ασύνδετα αθροίσματα και όχι διαλεκτικές αλληλουχίες γεγονότων -και μάλιστα διεκπεραιώνονται όλο και ταχύτερα, όλο και πιο ανώδυνα, όλο και πιο άψυχα, δίχως αντήχηση και δίχως σαφή, εντυπωμένα, επιβλητικά αναμνησιακά ίχνη. Περί αυτού πρόκειται: καθώς η ζωή τους γίνεται το βασικό απόβλητο, τα παιδιά πεθαίνουν από πλήξη1.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, ξέρουν, ενστικτωδώς, ότι μια τέτοια πλήξη δεν αποτελούσε συστατικό της δυστυχίας των πατεράδων· οι τελευταίοι μπορεί να πείνασαν ή να στερήθηκαν κοινές απολαύσεις, όμως μετείχαν σ’ ένα φάσμα πραγματικότητας απείρως λιγότερο περιορισμένο. Ωστόσο οι πολυάσχολοι πατεράδες δεν είναι διαθέσιμοι σε αναπολήσεις και αναδρομές· είναι υπερβολικά (αλλά και βολικά) αφοσιωμένοι στο κυνήγι του επιούσιου, ανεξαρτήτως του αν ο επιούσιος συμπίπτει με το νέο μοντέλο της BMW. Το πολύ πολύ να μιλήσουν για το ματς της Κυριακής, όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι το παιδί δεν χρειάζεται τη συντροφιά ενός επιπλέον φίλου αλλά μάλλον έναν πατέρα, δηλαδή κάποιον εν ονόματι της λογικής και ηθικής υπευθυνότητας του οποίου θα μπορέσει να διακρίνει ανάμεσα στα εφήμερα κέρδη ενός δοκιμαζόμενου εγωισμού και στις γλυκύτητες της συμπόνιας, για τις οποίες τόσοι και τόσοι ειρωνεύτηκαν τόσους και τόσους κατά καιρούς -και ο πατέρας αυτός απουσιάζει. Λυπάται κανείς, όμως δεν εκπλήσσεται, στη σκέψη ότι μια τέτοια θεωρία των βαθύτερων αναγκών δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να ‘χε απασχολήσει τον μαρξισμό. Μαρξιστές και θεωρητικοί του φιλελεύθερου καπιταλισμού συμφωνούσαν ανέκαθεν ότι το ζήτημα είναι αποκλειστικά οικονομικής τάξης κι ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς ένα πρόσχημα, ένα μέσο, για να κινείται το κεφάλαιο εδώ κι εκεί διαβρώνοντας τον χωροχρόνο των αριθμών και των δανείων. Η ζωή εξοφλείται με δόσεις.

Κτηνοτρόφοι και γονείς που εκτρέφουν παιδιά πρέπει να μοιραστούν τις επιδοτήσεις από το Πλαίσιο Στήριξης.

Οι αγρότες μισούν τις υποσχέσεις και τα παιδιά δεν αντέχουν να ζουν στον μέλλοντα, πόσω μάλλον τον τετελεσμένο, όπως στις δημοσκοπήσεις. Καλλιεργώντας τα σκουπίδια, περιμένοντας τη συγκομιδή, αναρωτούνται, όπως κι εμείς εξάλλου, αν το μέλλον θα χωρέσει τα φορτία του ανακυκλούμενου παρελθόντος· η ανακύκλωση δεν αφήνει πίσω της τίποτα. Το παρόν είναι η χωματερή του μέλλοντος.

Καταργείται άρα και το δικαίωμα στην τεμπελιά και στον ρεμβασμό, που αντιπροσωπεύει την ουσία της παιδικότητας. Το μέλλον είναι το παρόν εν ώρα εργασίας. Απεναντίας, το παρόν εν ώρα αναπαύσεως είναι αληθώς ο εαυτός του, αλλά τέτοιου είδους χαρές έχουν χαθεί απ’ το προσκήνιο. Μιλάω για το παρόν που στοιχειοθετείται ανάμεσα στο «θέλω» και το «δεν έχω», το παρόν της επιθυμίας ως υποκειμενικότητας που καίει. Οι έφηβοι, φέρ’ ειπείν, συνειδητοποιούν τη φρικίαση του παρόντος λίγο πριν απ’ τις εξετάσεις, όταν οι προσταγές τούς επιβάλλουν εμφατικά «να σκεφτούν το μέλλον τους». Ομως δεν έχει σημασία το να χάσεις το λεωφορείο, παίρνεις το επόμενο· δεν έχει σημασία το αν θα σε παρατήσει το κορίτσι σου, βρίσκεις το επόμενο, δεν έχει σημασία το να αποτύχεις σε ένα τεστ, θα περάσεις το επόμενο, όλα παραπέμπουν στην αμέσως επόμενη εκδοχή του εαυτού τους μέσα σε κλίμα επιταχυνόμενης ανταπόκρισης και συνάμα αδιαφορίας. Δεν έχει σημασία κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στο κινητό, θα λάβεις το επόμενο. Αυτή η απάθεια είναι, ενδεχομένως, κατά ένα μέρος υποκριτική, σαν εξωτερίκευση της αμηχανίας που παράγεται ως ψυχικό κατάλοιπο απ’ την αυτόματη προσαρμογή στο στιλ της εποχής· ίσως πάλι δηλώνει προϊούσα, γνήσια παραίτηση από το ενδιαφέρον των σημασιών, αφού αυτές οι τελευταίες μόνον ενδιαφέρουσες δεν είναι. Οποιος λοιπόν υπερασπίζεται με ειλικρίνεια τα παιδιά, οφείλει να παραδεχθεί πως αυτή η παραίτηση είναι δικαιολογημένη. Δεν μας μιλάνε όχι διότι δεν τους ακούμε αλλά επειδή δεν τους απευθύνουμε καν τον λόγο. «Διάβασες;» «Εφαγες;» Κι εκεί τελειώνει.

(Συνεχίζεται.)

1. Θυμάμαι τη ζωή στον Ναυτικό Ομιλο της Κέρκυρας στη δεκαετία του ’60, όπου 10 έως 15 παιδιά, σε όλες τις βαθμίδες της εφηβείας, ζούσαμε μια πλήρη, περιπετειώδη ζωή, στις παραλίες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Με πρόσχημα την ιστιοπλοΐα είχαμε αφήσει τους εαυτούς μας να υιοθετηθούν απ’ την ίδια τη θάλασσα – πρώτοι έρωτες, φιλίες, τσακωμοί, σκασιαρχείο, όλων των ειδών τα παιχνίδια, μάθημα αγγλικών με τους τουρίστες, ακόμη και προσωρινή εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας, όλα περνούσαν από κει, ήταν το θέατρο των συμβάντων. Σε μια επίσκεψη που έκαναν 35 χρόνια αργότερα είδα παιδιά που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους, να κατεβαίνουν στον όμιλο με το αυτοκίνητο, συνοδευόμενα απ’ τους γονείς τους και κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ με την επώνυμη φόρμα, άλλαζαν σιωπηλά ή βαριεστημένα και έκαναν προπόνηση για δύο ώρες, μέχρι να ξανάρθει το αυτοκίνητο και να αποχωρήσουν, με τρόπο εξίσου μοναχικό, για την επόμενη προγραμματισμένη ενασχόληση. Ρώτησα τον Κώστα Πρίφτη, έναν παλαίμαχο φίλο μου, αν υπήρχε εκεί πέρα έρωτας, εννοώντας έρωτας για τη θάλασσα, για τις παρέες, για το καλοκαίρι κ.λπ. Μου απάντησε, το θυμάμαι ακόμη: «Αυτό ξέχνα το!».

Ελευθεροτυπία

7 – 22/02/2009

2 responses

  1. Pingback: Σχετικά με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών - του Ευγένιου Αρανίτση « La Ivolution - non commercial

  2. Pingback: Σχετικά με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών - του Ευγένιου Αρανίτση « La Ivolution - non commercial

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s